Αντιμέτωποι με διπλή φορολογική επιβάρυνση βρίσκονται εύποροι ιδιοκτήτες πολυτελών διαμερισμάτων στη Νέα Υόρκη, καθώς η δημοτική αρχή του Ζοχράν Μαμντάνι προωθεί την εφαρμογή νέου φόρου στις δεύτερες κατοικίες και εντείνει τους ελέγχους για φορολογικές ελαφρύνσεις που προορίζονται αποκλειστικά για όσους διαμένουν μόνιμα στην πόλη.
Μεταξύ των ιδιοκτητών που επηρεάζονται είναι ο Στιβ Γουίτκοφ, ειδικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Τραμπ και γνωστός επιχειρηματίας στον κλάδο των ακινήτων. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο Γουίτκοφ έχασε φορολογική ελάφρυνση περίπου 24.000 δολαρίων ετησίως για πολυτελές διαμέρισμά του στο Μανχάταν, ενώ εκπρόσωπός του δήλωσε ότι κατέβαλε στον δήμο σχεδόν 78.000 δολάρια για τα έτη κατά τα οποία δεν δικαιούνταν τη συγκεκριμένη παροχή.
Παράλληλα, θα κληθεί να πληρώνει περίπου 101.000 δολάρια ετησίως μέσω του νέου φόρου για τις κατοικίες που δεν αποτελούν κύρια κατοικία των ιδιοκτητών τους. Με βάση τα στοιχεία του δημοσιεύματος, η συνολική φορολογική επιβάρυνση για το ακίνητό του αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί.

Στο στόχαστρο Μαμντάνι ακίνητα αξίας άνω των 5 εκατ. δολαρίων
Ο νέος φόρος, γνωστός ως pied-à-terre tax, αφορά πολυτελείς κατοικίες αξίας τουλάχιστον 5 εκατ. δολαρίων, όταν η κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη βρίσκεται εκτός Νέας Υόρκης. Αποτελεί μέρος της πολιτικής του Μαμντάνι για την αύξηση των φορολογικών εσόδων από τους εύπορους ιδιοκτήτες ακινήτων, με στόχο την ενίσχυση των οικονομικών του δήμου.
Την ίδια στιγμή, η δημοτική αρχή έχει ενισχύσει τους ελέγχους για την κατάργηση της φορολογικής ελάφρυνσης που παρέχεται σε κατοικίες οι οποίες δηλώνονται ως κύρια κατοικία. Σύμφωνα με δημοτικούς αξιωματούχους, οι έλεγχοι έχουν ήδη οδηγήσει στην αφαίρεση περίπου 10.000 διαμερισμάτων από το σχετικό πρόγραμμα.
Η υπόθεση του Γουίτκοφ δεν είναι μεμονωμένη. Η ανάλυση δημόσιων αρχείων στη Νέα Υόρκη και τη Φλόριντα εντόπισε και άλλους εύπορους ιδιοκτήτες που φέρονται να λάμβαναν ταυτόχρονα φορολογικά οφέλη σε δύο πολιτείες.
Ο Λι Μίλσταϊν, στέλεχος της επενδυτικής εταιρείας Cerberus Capital Management, ενδέχεται να χάσει ετήσια ελάφρυνση περίπου 13.000 δολαρίων για το διαμέρισμά του στο Μανχάταν. Ο ίδιος και η σύζυγός του έχουν ως κύρια κατοικία έπαυλη στη Φλόριντα, την οποία αγόρασαν το 2020 έναντι 22 εκατ. δολαρίων.
Αντίστοιχα, ο Ρούμπεν Κλίκσμπεργκ, επικεφαλής του hedge fund Redwood Capital Management, συνέχισε να λαμβάνει ελάφρυνση περίπου 14.000 δολαρίων ετησίως για το διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, παρότι είχε μετακομίσει στη Φλόριντα το 2022. Εκπρόσωπός του απέδωσε το ζήτημα σε γραφειοκρατικό λάθος και δήλωσε ότι τα στοιχεία έχουν διορθωθεί. Ο επενδυτής Ρόναλντ Όλιν ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος και η σύζυγός του δεν γνώριζαν πως λάμβαναν τη συγκεκριμένη ελάφρυνση.

Προβλήματα εφαρμογής και νομικές προσφυγές
Το σύστημα χορήγησης της ελάφρυνσης βασίζεται σε δηλώσεις των ιδιοκτητών προς τις διαχειριστικές εταιρείες ή τα συμβούλια των πολυκατοικιών, τα οποία στη συνέχεια επιβεβαιώνουν στον δήμο ότι τα στοιχεία παραμένουν ακριβή. Ωστόσο, εκπρόσωποι εταιρειών διαχείρισης ακινήτων επισημαίνουν ότι τα ετήσια ερωτηματολόγια συχνά μένουν αναπάντητα, δημιουργώντας κενά στους ελέγχους.
Η εφαρμογή του νέου φόρου έχει ήδη προκαλέσει δικαστικές αντιδράσεις. Τον Σεπτέμβριο, δικαστής διέταξε τον δήμο να επανεξετάσει τη διαδικασία εφαρμογής του, έπειτα από προσφυγή ιδιοκτητών. Η δημοτική αρχή άσκησε έφεση, αναστέλλοντας προσωρινά τις συνέπειες της απόφασης.
Η εξέλιξη της υπόθεσης θα κρίνει τόσο το εύρος της νέας φορολογικής επιβάρυνσης όσο και τον τρόπο με τον οποίο η Νέα Υόρκη θα επαληθεύει στο εξής την πραγματική κατοικία των ιδιοκτητών. Για τη δημοτική αρχή, το ζητούμενο είναι η ενίσχυση των εσόδων και η αυστηρότερη εφαρμογή των φορολογικών κανόνων, ενώ για τους ιδιοκτήτες το κρίσιμο ζήτημα είναι αν τα νέα μέτρα θα εφαρμοστούν με σαφείς διαδικασίες και αξιόπιστους ελέγχους.

































