Άλλη μια σύνοδος κορυφής της ΕΕ, στην επίσημη ορολογία των Βρυξελλών ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τελείωσε. Βγήκαν κάποια συμπεράσματα, έκαναν και οι ηγέτες τις απαραίτητες δηλώσεις, συνήθως για εσωτερική κατανάλωση, προηγήθηκαν και οι απαραίτητες διαρροές για το ποιες ήταν οι δραματικές στιγμές.
Και τι έγινε τελικά;
Στην πραγματικότητα πολύ λίγα. Ιδίως για όλα αυτά γύρω από τα οποία οι ηγέτες της Ευρώπης θα έπρεπε όντως να πάρουν αποφάσεις.
Γιατί δεν θα πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία. Οι κρίσιμες αποφάσεις στην ΕΕ δεν λαμβάνονται στις συνεδριάσεις του Ευρωκοινοβουλίου, ακόμη και εάν έχουν αναβαθμιστεί οι αρμοδιότητές του, ούτε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και εάν παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της ευρωπαϊκής καθημερινότητας. Οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται στο επίπεδο των αρχηγών κρατών και αφορούν διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί ξέρουμε καλά – το είδαμε άλλωστε και στην πανδημία – ότι όσες φορές και εάν κλίνουν την αλληλεγγύη σε όλες τις πτώσεις όταν έρχεται η ώρα της ανάληψης του κόστους, τότε προέχουν οι εθνικές προτεραιότητες. Ιδίως σε μία εποχή όπου απουσιάζουν εκείνοι οι ηγέτες που θα αντιλαμβάνονταν την προτεραιότητα της ευρωπαϊκής συνοχής και θα συνέδεαν την πρόοδο της δικής τους χώρας με το βάθεμα της ενοποίησης.
Φαίνεται αυτό στο πώς αντιμετωπίζεται το θέμα του προϋπολογισμού της ΕΕ, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τη χώρα μας σημαίνει αγροτικές επιδοτήσεις και ΕΣΠΑ. Παρότι παραμένει ένα μικρό ποσοστό του ΑΕΠ της Ευρώπης και στην πραγματικότητα ακόμη και οι πιο εύπορες χώρες, αυτές που θα δώσουν περισσότερα από όσα θα πάρουν, στο τέλος της ημέρας ωφελούνται από τις πολιτικές της ΕΕ (λόγω εξαγωγών, μεγάλης αγοράς κ.λπ.) περισσότερο από ό,τι οι λιγότερο εύπορες, εντούτοις στην εσωτερική συζήτηση των μεγάλων χωρών κυριαρχούν αντανακλαστικά του τύπου «δεν θα πληρώσει ο Γερμανός φορολογούμενος τον τεμπέλη Έλληνα». Καμιά σημασία δεν έχει ότι οι εθνικές οικονομίες και οι προϋπολογισμοί της Γερμανίας ή της Ολλανδίας δεν θα κινδυνεύσουν από τη συνεισφορά στην Ευρώπη: σε μια εποχή όπου ο πολιτικός διαγκωνισμός γίνεται στον ακροδεξιό λαϊκισμό όλα αυτά αποκτούν μεγάλη «συμβολική» αξία.
Στο τέλος προφανώς θα βρεθεί κάποιος συμβιβασμός, με όλη την απαραίτητη καθυστέρηση, προφανώς πιο χαμηλά από τα προσχέδια, όμως άλλη μια ευκαιρία για να αξιοποιηθεί ο προϋπολογισμός ως πραγματικός μηχανισμός αλληλεγγύης και συνοχής θα έχει χαθεί και το Ταμείο Ανάκαμψης θα είναι απλώς μια αναλαμπή χωρίς επανάληψη.
Αντίστοιχα, γύρω από το ένα θέμα όπου η Ευρώπη οφείλει να βρει μια κοινή αντιμετώπιση, που είναι η κρίση κόστους ζωής και ιδίως ως προς τα ενεργειακά, πάλι απουσιάζει η κοινή βούληση να ληφθούν τώρα μέτρα και όλα παραπέμπονται στο όταν και εάν χρειαστεί. Πράγμα που σημαίνει ότι στο τέλος οι πολίτες θα πληρώσουν το κόστος και άμεσα και μέσα από τη συνολικότερη αύξηση του πληθωρισμού.
Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι σε μεγάλο βαθμό η αδυναμία της Ευρώπης να είναι πραγματικά μια δύναμη σταθερότητας και ειρήνης και σε σχέση με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και σε σχέση με τη Μέση Ανατολή, που επιτείνει το πρόβλημα με τις τιμές των καυσίμων. Ακόμη χειρότερα: ειδικά σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία η Ευρώπη συμπεριφέρεται ως να θέλει να παραταθεί ο πόλεμος, αντί να πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια για ειρήνευση.
Από την άλλη, αυτό στο οποίο δείχνουν να συμφωνούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι απλώς να προωθήσουν ακόμη περισσότερο την ατζέντα της Ακροδεξιάς σε σχέση με το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, υιοθετώντας ακόμη πιο σκληρή ρητορική, αλλά και πολιτική. Δεν είναι τυχαίο ότι τη μόνη χώρα της Ευρώπης, που προσπαθεί να ενσωματώσει πρόσφυγες και μετανάστες, την Ισπανία, την αντιμετωπίζουν ως «μαύρο πρόβατο».
Αναρωτιέται κανείς, όταν τα βλέπει αυτά, πώς θα μπορούσε αυτή η Ευρώπη να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις του μέλλοντος, από τους πολέμους και τις γεωπολιτικές διαιρέσεις ως τα ανοιχτά ερωτήματα για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Και μπορεί να κάνει εξαγγελίες ότι θα ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή και θα περιορίσει τις εισαγωγές από την Κίνα, αλλά την ίδια στιγμή εξακολουθεί να εξαρτάται από κρίσιμες εισαγωγές πρώτων υλών και τεχνολογίας.
Και βέβαια το πρόβλημα δεν είναι απλώς ζήτημα ηγεσίας. Όχι γιατί οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν αποδεικνύονται σήμερα στις περισσότερες περιπτώσεις κατώτεροι των περιστάσεων, αλλά γιατί το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά την αδυναμία των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, από τα κόμματα και τα think tanks μέχρι τα ΜΜΕ, να μπορούν να στοχαστούν αποτελεσματικά και πέρα από κλισέ το τι σημαίνουν έννοιες όπως δημοκρατία, κοινωνικό κράτος, και διεθνής τάξη με κανόνες σε μια εποχή όπως η σημερινή.
Σε αυτό συμβάλει και η κρίση της χριστιανοδημοκρατίας που μετατρέπεται σε μια εκδοχή αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού με έντονα ακροδεξιά στοιχεία και η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να είναι η παράταξη των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων με ένα όραμα κοινωνικής δικαιοσύνης, την ώρα που το «Ακραίο Κέντρο» με την πολιτική του απλώς στρώνει το χαλί για μια Ακροδεξιά, που εκμεταλλεύεται ιδεολογικά την αποτυχία της Ευρώπης να σταθεί στο ύψος της ίδιας της της ρητορικής.
Σε αυτό το τοπίο η χώρα μας στην πραγματικότητα αδυνατεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο. Μπορεί ο επίσημος δελφίνος του Πρωθυπουργού να πήρε θέση του επικεφαλής του Eurogroup, αλλά η πραγματική επιρροή της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι είναι περιορισμένη. Βοηθάει σε αυτό και το ότι μια σειρά από σκάνδαλα με κυβερνητική υπογραφή, από τις υποκλοπές μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αρχίζουν και ταυτίζουν τη χώρα με τη θεσμική παραβατικότητα. Κυρίως, όμως, ευθύνεται ότι, όπως και συνολικά στην εξωτερική πολιτική, η λογική του «πάνω από όλα ας είμαστε με την σωστή πλευρά της ιστορίας» στην πράξη σε πολύ λίγα πραγματικά προβλήματα απαντάει. Ούτε είναι τυχαίο ότι τις πιο αποτελεσματικές συμμαχίες τις έχουμε αυτή τη στιγμή με τις χώρες που θέλουν ακόμη πιο σκληρή και ακροδεξιά πολιτική για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, και όχι γύρω από ζητήματα όπως η μεγαλύτερη αλληλεγγύη και το σπάσιμο των υποχρεωτικών πολιτικών λιτότητας, ακριβώς γιατί πρωτίστως ενδιαφέρει την κυβέρνησή το «αφήγημά» της παρά η αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης.
Και αυτό απλώς προσθέτει έναν ακόμη λόγο γιατί είναι αναγκαία σήμερα μια ριζική αλλαγή πολιτικής στη χώρα. Γιατί είναι ο μόνος δρόμος ώστε μια εναλλακτική διακυβέρνηση να μπορέσει να δώσει, πολύ πιο αποτελεσματικά, τη δύσκολη μάχη μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς για μια Ευρώπη που δεν περνάει κάτω από τον πήχη.
Πηγή: in.gr



































