Στις διάφορες δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, οι περισσότερες απαντήσεις για το ποιο είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα των ελληνικών νοικοκυριών φέρνουν στην πρώτη θέση την ακρίβεια.
Στη συνέχεια όμως, δεν υπάρχει καμμιά ερώτηση που να αφορά ποια είναι τα αίτια της ακρίβειας και ποιοι οι συντελεστές της.
Ακόμα χειρότερα, σε μια χώρα όπου η κατανάλωση σε ποσοστά πάνω από το 75% εξαρτάται από ξένη προσφορά αγαθών, κανείς δεν ασχολείται τι γίνεται με την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αυτής της χώρας.
Η εύκολη απάντηση είναι ότι «φταίνε ο καπιταλισμός και οι μεγαλοκαρχαρίες» σε μια χώρα που κατέχει πανευρωπαϊκό ρεκόρ υπερεμπορισμού και αυτοαπασχόλησης.
Στο πλαίσιο αυτό και με βάση νοοτροπίες και αντιλήψεις που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις, ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εγχώρια κοινή γνώμη βρίσκεται εκτός χρόνου και χώρου. Και η διάσταση αυτή αποτυπώνεται και στα κόμματα.
Τα τελευταία, στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανόμενου και του κυβερνώντος κόμματος, ασχολούνται περισσότερο με μικροπροβλήματα προσωπικής φιλοδοξίας και εξουσιαστικής ισχύος, παρά με σωστές επιλογές και μεταρρυθμίσεις, που για πολλά χρόνια καθορίζουν τις μοίρες και την πρόοδο ή την αφάνεια λαών.
Έτσι, σε ένα κοντόθωρο κομματικό περιβάλλον, όπως πριν λίγο καιρό επεσήμανε σε εξαιρετικό άρθρο της η συγγραφέας και αρθρογράφος Σώτη Τριανταφύλλου, «η ανάγκη για διαρκείς συμβιβασμούς, ανάμεσα σε πολλές ετερόκλητες οργανώσεις εμποδίζει τη λήψη αποφάσεων για φλέγοντα ζητήματα όπως οι διεθνείς συγκρούσεις, η ένταξη μεταναστών, η ενέργεια, ο κατώτατος μισθός, η δημόσια υγεία. Όλα λιμνάζουν εξαιτίας ενός ατέρμονου παζαριού. Οδηγούμαστε ετσι σε πολιτική ακινησία και σε γεωπολιτική αδυναμία μπροστά σε μεγάλες γεωπολιτικές πιέσεις, με σύγχυση ως προς την πολιτική ευθύνη. Με αποτέλεσμα σε πολυσυλλεκτικά κυβερνητικά σχήματα, η ευθύνη των αποτυχιών διαχέεται και οι πολίτες αδυνατούν να εντοπίσουν ποιος ευθύνεται για τα λάθη της διοίκησης».
Κατ’ επέκταση η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα κανέναν δεν ενδιαφέρουν. Το γεγονός αυτό επιδεινώνει την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο της απαξίωσής τους. Με λίγα λόγια, ο κατακερματισμός ξεκινά συνήθως με την «ψήφο διαμαρτυρίας» έναντι των μεγάλων κομμάτων και καταλήγει σε αδύναμο κράτος που εξοργίζει ακόμα περισσότερο τις μάζες προκαλώντας περαιτέρω διασπάσεις. Προκύπτουν έτσι ιδεολογική πόλωση και λαϊκισμός και για να επιβιώσουν τα μικρά κόμματα, καταφεύγουν σε ακραία ρητορική και χάιδεμα αυτιών των πολιτών, εμποδίζοντας τη συναίνεση και μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε αρένα στείρας αντιπαράθεσης, με ψευδαίσθηση αντιπροσώπευσης. Αν και, σύμφωνα με την απλοϊκή θέαση της δημοκρατίας, κάθε κοινωνική τάση πρέπει να έχει τη δική της φωνή, ο κατακερματισμός παράγει αντίθετο αποτέλεσμα: την ακύρωση της λαϊκής βούλησης. Όταν η ψήφος διασκορπίζεται σε δεκάδες σχηματισμούς, η τελική σύνθεση της εξουσίας δεν αποφασίζεται από τον ψηφοφόρο στην κάλπη, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες σε μετεκλογικές διεργασίες: η εξουσία μεταβιβάζεται από τον λαό στο παρασκήνιο.
Τα παραγωγικά προβλήματα της χώρας διαιωνίζονται έτσι και η Ελλάδα κάθε χρόνο προσπαθεί να κρατήσει το κεφάλι της έξω από το νερό. Έως πότε όμως, όταν σήμερα όλοι βλέπουμε ότι και η ίδια η Ευρώπη ακολουθεί ολισθηρό δρόμο στη διεθνή οικονομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ενότητα της και την ολοκλήρωσή της.
Συνεπώς, όπως πρόσφατα επεσήμανε και ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, στη Γ.Σ. του Συνδέσμου, η χώρα αν θέλει να βελτιώσει την παραγωγικότητά της, χρειάζεται σταθερή διακυβέρνηση. Όλα τα άλλα δεν είναι παρά λόγια κενά περιεχομένου που παράγουν μόνο φτώχεια.







































