Η Δέουσα Επιμέλεια αποτελεί ίσως ένα από τα περισσότερο παρεξηγημένα πεδία των σύγχρονων επαγγελματικών υποχρεώσεων κάθε υπόχρεου προσώπου και ειδικά του λογιστή – φοροτεχνικού. Η πρώτη επαφή με το θεσμικό πλαίσιο για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας δημιουργεί συχνά αβεβαιότητα. Η νομοθεσία είναι πολυεπίπεδη, η ορολογία σύνθετη και οι σχετικές υποχρεώσεις εκτείνονται πέρα από τα παραδοσιακά όρια της λογιστικής και φορολογικής εργασίας και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η Δέουσα Επιμέλεια να αντιμετωπίζεται πολλές φορές περισσότερο ως πηγή κινδύνου για τον υπόχρεο επαγγελματία παρά ως οργανωμένη διαδικασία διαχείρισης κινδύνου.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να αποσαφηνιστεί, ήτοι το τι είναι πραγματικά η Δέουσα Επιμέλεια. Δέουσα Επιμέλεια δεν σημαίνει ότι ο λογιστής – φοροτεχνικός πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε πελάτη ως εν δυνάμει ύποπτο, ούτε σημαίνει ότι μετατρέπεται σε ερευνητή ή ανακριτικό μηχανισμό. Σημαίνει ότι, όταν εμπίπτει στο πεδίο των σχετικών υποχρεώσεων, πρέπει να διαθέτει ένα οργανωμένο πλαίσιο ώστε να γνωρίζει με ποιον συναλλάσσεται, να κατανοεί τη φύση της επαγγελματικής σχέσης, να αξιολογεί τον σχετικό κίνδυνο και να παρακολουθεί τη σχέση με τρόπο ανάλογο προς αυτόν.
Αυτή ακριβώς είναι η λογική της βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης, της γνωστής Risk-Based Approach [RBA]. Η Financial Action Task Force [FATF] τη χαρακτηρίζει κεντρική για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος AML/CFT και, ειδικά για το λογιστικό επάγγελμα, συνδέει την αξιολόγηση του κινδύνου με τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της επαγγελματικής δραστηριότητας, [Η FATF (Financial Action Task Force ή Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που ιδρύθηκε το 1989 από την G7. Ο κύριος στόχος της είναι η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας].
Η ίδια λογική βρίσκεται πλέον ακόμη πιο καθαρά στον πυρήνα του νέου Ευρωπαϊκού πλαισίου. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 απαιτεί οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι των υπόχρεων προσώπων να είναι ανάλογοι προς τη φύση, τον κίνδυνο, την πολυπλοκότητα και το μέγεθός τους.
Δεν είναι όλοι οι πελάτες ίδιοι: Εδώ βρίσκεται μία θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο σκέψης διότι ορθή συμμόρφωση δεν σημαίνει εφαρμογή της ίδιας έντασης ελέγχου σε κάθε πελάτη. Ένας πελάτης με απλή και διαφανή οικονομική δραστηριότητα δεν παρουσιάζει κατ’ ανάγκη τον ίδιο κίνδυνο με μία σύνθετη εταιρική δομή, μια δυσχερώς εξηγήσιμη συναλλαγή ή μία επιχειρηματική σχέση με ιδιαίτερους γεωγραφικούς ή άλλους παράγοντες κινδύνου. Η Risk-Based Approach απαιτεί επομένως κάτι περισσότερο από τη μηχανική συμπλήρωση ενός εντύπου: απαιτεί αξιολόγηση και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις δυσκολότερες πλευρές του συστήματος. Η FATF επισημαίνει ότι η ανεπαρκής κατανόηση του κινδύνου μπορεί να οδηγήσει είτε στην υποεκτίμησή του είτε στην υπερεκτίμησή του, με αποτέλεσμα υπερβολικά συντηρητικές αποφάσεις και μια λογική «tick-box» αντί πραγματικής αξιολόγησης.
Ούτε αδιαφορία ούτε υπερβολή: Η Δέουσα Επιμέλεια Πελάτη βρίσκεται επομένως ανάμεσα σε δύο λανθασμένες αντιλήψεις. Η πρώτη λέει: «Είμαι λογιστής, δεν είναι δική μου δουλειά» και η δεύτερη λέει: «Για να είμαι ασφαλής, πρέπει να ελέγχω τους πάντες και τα πάντα». Καμία όμως από τις δύο δεν αποδίδει τη φιλοσοφία του σύγχρονου συστήματος AML/CFT, [Η πολιτική AML/CFT (Anti-Money Laundering / Countering the Financing of Terrorism) αφορά το σύνολο των κανόνων και διαδικασιών που εφαρμόζουν οι οργανισμοί για την πρόληψη και τον εντοπισμό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας].
Ο λογιστής – φοροτεχνικός δεν καλείται να γνωρίζει τα πάντα αλλά δεν μπορεί όμως και να αδιαφορεί για όσα, λόγω της επαγγελματικής του σχέσης, πράγματι γνωρίζει. Γι’ αυτό η ουσιαστική συμμόρφωση δεν μετριέται από τον αριθμό των εγγράφων που συγκεντρώθηκαν ούτε από το πάχος ενός φακέλου. Κρίνεται από το εάν ο επαγγελματίας μπορεί να εξηγήσει τι γνώριζε, τι αξιολόγησε, γιατί ενήργησε όπως ενήργησε και εάν η αντίδρασή του ήταν ανάλογη προς τον πραγματικό κίνδυνο, ήτοι με άλλα λόγια: «Η συμμόρφωση δεν είναι ο φόβος της κύρωσης, αλλά η οργανωμένη ικανότητα του επαγγελματία να ενεργεί ορθά, αναλογικά και τεκμηριωμένα.».
Αυτή είναι η αφετηρία για να κατανοήσουμε τη Δέουσα Επιμέλεια και στο επόμενο μέρος θα ακολουθήσουμε τη διαδρομή που οδήγησε μέχρι εδώ, δηλαδή πώς, από τις πρώτες διεθνείς πρωτοβουλίες κατά του «βρώμικου χρήματος», φτάσαμε στη FATF, στις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και τελικά στο σημερινό Ελληνικό πλαίσιο υποχρεώσεων του λογιστή – φοροτεχνικού [Ν.4557/2018].
Γιώργος Α. Κορομηλάς
Φορολογικός σύμβουλος – Συγγραφέας φορολογικών βιβλίων
Διευθυντής Φορολογικού τμήματος Tax Advisors I.K.E.
Πρόεδρος Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών








































