Έντονες αντιδράσεις στον τουριστικό κλάδο προκαλεί η ανακοινωθείσα νέα αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων από το 0,75% στο 1%, στο πλαίσιο των μέτρων οικονομικής ενίσχυσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), στην Καλαμάτα.
Η νέα αύξηση, εφόσον υλοποιηθεί, θα ανεβάσει τον ανώτατο συντελεστή κατά 33,3% σε σχέση με το σημερινό επίπεδο
Οι δύο κορυφαίες οργανώσεις του τουριστικού τομέα, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ), εκφράζουν την κατηγορηματική αντίθεσή τους στη σχεδιαζόμενη αύξηση, επισημαίνοντας ότι οι τουριστικές επιχειρήσεις καλούνται για ακόμη μία φορά να επωμιστούν πρόσθετα φορολογικά βάρη, παρά τη σημαντική συνεισφορά τους στα δημόσια έσοδα.
Η νέα αύξηση, εφόσον υλοποιηθεί, θα ανεβάσει τον ανώτατο συντελεστή κατά 33,3% σε σχέση με το σημερινό επίπεδο, ενώ θα σημάνει τον διπλασιασμό του τέλους μέσα σε μόλις δύο χρόνια, καθώς το 2024 είχε ήδη αυξηθεί από το 0,5% στο 0,75%.
Ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί, σύμφωνα με την ΠΟΞ, το γεγονός ότι η νέα επιβάρυνση ανακοινώθηκε χωρίς προηγούμενη ουσιαστική διαβούλευση με τους θεσμικούς εκπροσώπους των ξενοδόχων.
ΣΕΤΕ: Δεν δικαιολογείται νέα επιβάρυνση
Σε ανακοίνωσή του, ο ΣΕΤΕ υπογραμμίζει ότι η χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να στηρίζεται στη συνεχή αύξηση των επιβαρύνσεων ενός συγκεκριμένου παραγωγικού τομέα.
Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης των δήμων, ιδιαίτερα εκείνων που δέχονται αυξημένες πιέσεις από την τουριστική δραστηριότητα, επισημαίνει όμως ότι πρέπει να προηγηθεί η αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων.
Επικαλείται μάλιστα τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με τα οποία οι εισπράξεις από τον φόρο διαμονής και το διάδοχό του Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση αυξήθηκαν από περίπου 134 εκατ. ευρώ το 2019 σε 588 εκατ. ευρώ το 2025.
Με βάση την αύξηση κατά 31% που καταγράφεται στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, ο ΣΕΤΕ εκτιμά ότι οι συνολικές εισπράξεις ενδέχεται να προσεγγίσουν τα 770 εκατ. ευρώ στο σύνολο της χρονιάς.
Παράλληλα, επικαλείται τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ξενοδοχείων, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στην πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστικών μεσογειακών χωρών, εξαιτίας των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και του μη μισθολογικού κόστους.
ΠΟΞ: Διπλασιασμός του τέλους σε δύο χρόνια
Ακόμη πιο αναλυτικές είναι οι ενστάσεις της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, η οποία, με επιστολή που υπογράφουν ο πρόεδρός της Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντώνης Παγώνης, ζητά να μην προχωρήσει η νέα αύξηση.
Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι το τέλος παρεπιδημούντων θεσπίστηκε το 1973 με σκοπό την κάλυψη δαπανών καθαριότητας, φωτισμού και υποδομών που συνδέονται με την τουριστική κίνηση.
Ωστόσο, με τις νομοθετικές αλλαγές του 2024, τα έσοδα μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιασδήποτε δημοτικής δαπάνης, γεγονός που, σύμφωνα με τους ξενοδόχους, αποσυνδέει το τέλος από τον αρχικό ανταποδοτικό χαρακτήρα του.
Ενδεικτικό της τάσης αύξησης των επιβαρύνσεων είναι ότι, σύμφωνα με έρευνα που επικαλείται η ΠΟΞ σε 40 δήμους, οι 24 είχαν ήδη προχωρήσει στην αύξηση του τέλους στο 0,75%.
Η Ομοσπονδία εκτιμά ότι ανάλογη εξέλιξη θα υπάρξει και με τη νέα δυνατότητα αύξησης στο 1%, ενώ επισημαίνει την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης για τα έργα που χρηματοδοτούνται από τα συγκεκριμένα έσοδα.
Το φορολογικό βάρος και η βραχυχρόνια μίσθωση
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΠΟΞ, η συνολική επιβάρυνση των ξενοδοχείων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τις εισπράξεις από το τέλος ανθεκτικότητας να καταγράφουν εντυπωσιακή άνοδο.
Η Ομοσπονδία επισημαίνει επίσης τις ανισότητες μεταξύ ξενοδοχείων και βραχυχρόνιας μίσθωσης, υποστηρίζοντας ότι τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6% των σχετικών εσόδων, ενώ οι εισπράξεις από τη βραχυχρόνια μίσθωση αντιστοιχούν σε περίπου 8% των ποσών που καταβάλλουν τα ξενοδοχεία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις μικρές και οικογενειακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, για τις οποίες κάθε πρόσθετη επιβάρυνση επί του κύκλου εργασιών περιορίζει τα περιθώρια κερδοφορίας, ανεξάρτητα από την οικονομική τους απόδοση.
Η ΠΟΞ επικαλείται χαρακτηριστικά μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων με τιμή δωματίου 150 ευρώ, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα φτάνουν τα 44,7 ευρώ, έναντι 24,1 ευρώ στην Κύπρο.
Ζητούν απόσυρση της αύξησης και διαφάνεια στη διάθεση των εσόδων
ΣΕΤΕ και ΠΟΞ συγκλίνουν στην ανάγκη επανεξέτασης της κυβερνητικής εξαγγελίας, με την Ομοσπονδία Ξενοδόχων να ζητά ρητά να μην προχωρήσει η αύξηση στο 1%.
Παράλληλα, ζητεί να αποκατασταθεί ο ανταποδοτικός χαρακτήρας του τέλους, ώστε τα σχετικά έσοδα να διατίθενται αποκλειστικά για έργα και υπηρεσίες που συνδέονται με τις ανάγκες των τουριστικών προορισμών.
Θέτει επίσης ζήτημα αποτελεσματικής είσπραξης του τέλους από τη βραχυχρόνια μίσθωση, πριν εξεταστούν νέες επιβαρύνσεις για τα ξενοδοχειακά καταλύματα.





















![Επιβατική κίνηση: Αυξημένη κατά 2,4% τον Οκτώβριο [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/aeroplano-600x400-1.jpg)














