Στο σημείο εκκίνησης έρχεται και επανέρχεται η συζήτηση για την αναθεώρηση των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων στη χώρα – κοντά μια δεκαετία – με το ζήτημα των χωρικών κατευθύνσεων για τους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας να παραμένει ακόμη ανοιχτό. Τουρισμός, ενέργεια, βιομηχανία, υδατοκαλλιέργειες και ορυκτές πρώτες ύλες αναζητούν ένα σαφές πλαίσιο προσανατολισμού, ικανό να υποστηρίξει την επενδυτική δραστηριότητα και να διαμορφώσει τις αναγκαίες συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης.
Νέος χρονικός ορίζοντας για το χωροταξικό
Χθες ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κ. Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας στην εκδήλωση για την απονομή των Growth Awards 2026 της Eurobank και της Grant Thornton, επανέφερε το θέμα. «Μέσα στην άνοιξη θα κλείσει το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τον τουρισμό», τόνισε, επισημαίνοντας ότι θα αποτελέσει το επίσημο θεσμικό εργαλείο για τις επενδύσεις στον κλάδο.
Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι οι διαδικασίες για το ΕΧΠ των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έχουν προχωρήσει και ότι το σχετικό κείμενο θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση ενδεχομένως και μέσα στον Μάρτιο. Αντιστοίχως και το ΕΧΠ της Βιομηχανίας αναμένεται να αναρτηθεί για διαβούλευση εντός της άνοιξης, όπως υποστήριξε ο κ. Χατζηδάκης.
Εννιά χρόνια αναμονής για το ΕΧΠ-Τουρισμού
Οι δηλώσεις αυτές επανέφεραν στο προσκήνιο τη φιλοδοξία για ένα συνολικότερο ρυθμιστικό αφήγημα που θα υπηρετήσει την ανάπτυξη με όρους ασφάλειας δικαίου. Κι αυτό ένα μήνα μετά την τελευταία παράταση που δόθηκε από τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Νίκο Ταγαρά, η οποία μεταφέρει το ορόσημο ολοκλήρωσης του χωροταξικού για τον τουρισμό στις 30 Ιουνίου, συμπαρασύροντας μαζί και τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Είναι αξιοσημείωτο ότι από το κλείσιμο της δημόσιας διαβούλευσης του αρχικού draft το φθινόπωρο του 2024, ζητήματα ουσίας παραμένουν ανοιχτά. Μεσολάβησε ωστόσο η σύνταξη της αναγκαίας από την ευρωπαϊκή νομοθεσία Δέουσας Εκτίμησης για τις περιοχές Natura και τις πιθανές τροποποιήσεις που αυτή συνεπάγεται στο κείμενο.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει αν το νέο πλαίσιο θα καταφέρει να ξεφύγει από τη λογική της οριζόντιας αντιμετώπισης. Με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, η χώρα προσεγγίζεται μέσω μιας ταξινόμησης σε πέντε ζώνες τουριστικής… ωρίμανσης, από τις υπερκορεσμένες έως τις ουσιαστικά παρθένες περιοχές.
Ωστόσο, το επιχείρημα πολλών τοπικών φορέων είναι ότι η τυποποίηση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη ακόμη και εκεί όπου υπάρχουν περιθώρια ποιοτικής αναβάθμισης, μια ένσταση που όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, δεν φαίνεται ότι εισακούεται στα δύο συναρμόδια υπουργεία Τουρισμού και Περιβάλλοντος.
Το νησιωτικό αρχιπέλαγος και η λογική της κλίμακας
Ιδιαίτερη συζήτηση έχει ανοίξει και για την ομαδοποίηση νησιωτικών περιοχών με ανόμοια χωρικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά. Μεγάλοι και ώριμοι τουριστικοί προορισμοί συχνά τοποθετούνται στο ίδιο ρυθμιστικό επίπεδο με μικρά και ευάλωτα νησιά, γεγονός που δημιουργεί κανόνες που δεν ανταποκρίνονται σε καμία από τις δύο πραγματικότητες. Η εμπειρία δείχνει ότι το αρχιπέλαγος απαιτεί ρύθμιση κλίμακας και όχι ενιαία συνταγή. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αλλαγές σε σχέση με το αρχικό κείμενο θα είναι μικρές και σημειακές.
Παραπομπή στο μέλλον για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις
Όσο για το ανοιχτό μέτωπο των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, όπως υποστηρίζει κυβερνητικό στέλεχος που παρακολουθεί στενά τις διαδικασίες, το πιθανότερο είναι οι όποιοι περιορισμοί κυρίως στις υπερ-αναπτυγμένες και αναπτυγμένες περιοχών να παραπεμφθούν στους μελετητές των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων που εκπονούνται σήμερα. Μέχρι να ληφθούν αποφάσεις, η γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην τουριστική αξιοποίηση και στη στεγαστική πίεση προς τους μόνιμους κατοίκους και στους εποχικούς εργαζόμενους συνεχίζει να διευρύνεται.
Εννέα χρόνια χωρίς αναθεωρημένο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο Τουρισμού αποτελούν από μόνα τους πολιτικό και θεσμικό βάρος. Τα προηγούμενα πλαίσια του 2009 και του 2013 είχαν ακυρωθεί δικαστικά το 2017 και το 2015 αντίστοιχα (από το Συμβούλιο της Επικρατείας – ΣτΕ), αφήνοντας ένα σημαντικό ρυθμιστικό κενό για έναν από τους πιο κρίσιμους παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας. Η μελέτη του νέου σχεδίου ξεκίνησε το 2018, όμως εγκλωβίστηκε σε συνεχείς διοικητικές εκκρεμότητες, παρά τις προσδοκίες και τις πολιτικές υποσχέσεις για γρήγορη ολοκλήρωση.
ΑΠΕ και χωροταξικός συμβιβασμός
Στο πεδίο των ΑΠΕ, το χωροταξικό πλαίσιο εξακολουθεί να αναζητεί ισορροπίες. Το υφιστάμενο πλαίσιο του 2009 θεωρείται πλέον τεχνολογικά ξεπερασμένο, καθώς δεν καλύπτει σύγχρονες μορφές ενεργειακής παραγωγής όπως τα υπεράκτια αιολικά ή τις υποδομές αποθήκευσης ενέργειας. Η νέα ρύθμιση καλείται να απαντήσει κυρίως στη χωροθέτηση των υπεράκτιων πάρκων και στην κατηγοριοποίηση των Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας, όσο οι αντιδράσεις κατά των ΑΠΕ κλιμακώνονται.
Η καθυστέρηση, σύμφωνα με πηγές του ΥΠΕΝ, οφείλεται στο γεγονός ότι θα πρέπει να «κουμπώνει» λειτουργικά και με το χωροταξικό του τουρισμού, αποφεύγοντας συγκρούσεις χρήσεων σε ευαίσθητες περιοχές και δημιουργώντας ένα συνεκτικό μοντέλο ανάπτυξης.
Βιομηχανία: αναζητώντας επενδυτική ασφάλεια
Αντίστοιχα, το χωροταξικό της βιομηχανίας θεωρείται κομβικό για την προσέλκυση επενδύσεων. Η επιχειρηματική κοινότητα, με επίκεντρο τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), έχει επισημάνει ότι η χωροταξία αποτελεί προϋπόθεση για σταθερό επενδυτικό περιβάλλον και ασφάλεια δικαίου. Το νέο πλαίσιο καλείται να λειτουργήσει ως «οδικός χάρτης» για τη χωρική ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας.
Υδατοκαλλιέργειες και ορυκτός πλούτος σε εκκρεμότητα
Τέλος, η αναθεώρηση του χωροταξικού για τις υδατοκαλλιέργειες παραμένει στο σκοτάδι. Το ισχύον πλαίσιο, θεσπισμένο το 2011, έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις στον κλάδο και τις νέες περιβαλλοντικές προκλήσεις. Η απουσία νέας στρατηγικής αφήνει έναν ακόμη τομέα της παραγωγικής οικονομίας χωρίς σύγχρονο ρυθμιστικό εργαλείο, τη στιγμή που η ζήτηση για βιώσιμη πρωτογενή παραγωγή αυξάνεται.
Στο σκοτάδι βρίσκεται επίσης και η εξέλιξη της αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες, την ώρα που νέες έρευνες και επενδύσεις αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον για κοιτάσματα σε διάφορες περιοχές της χώρας που έως χθες θεωρούνταν «ανενεργά», λαμβάνοντας υπόψη το παγκόσμιο ενδιαφέρον και τις ευρωπαϊκές συζητήσεις για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.



































