Η κοινωνική ασφάλιση δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκές εισόδημα μετά την συνταξιοδότηση εκτιμά η συντριπτική πλειονότητα εργοδοτών και εργαζομένων σύμφωνα με έρευνα που παρουσιάσθηκε στο έβδομο συνέδριο της επαγγελματικής ασφάλισης. Οκτώ στους δέκα ερωτηθέντες πιστεύουν ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα καλύπτουν ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες των συνταξιούχων.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τρία χρόνια μετά την εφαρμογή του νόμου 5078/2023, με τις αλλαγές στα επαγγελματικά ταμεία – στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης.
Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες εκτίμησαν ότι η μεταρρύθμιση του 2023 δεν έχει ακόμη συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του θεσμού, ενώ το 36% δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τις αλλαγές που επέφερε το νέο πλαίσιο.
Συντάξεις: Τι γίνεται με τα συνταξιοδοτικά προγράμματα
Σχεδόν το σύνολο των εργοδοτών αναγνώρισε ότι τα συνταξιοδοτικά προγράμματα αποτελούν σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της εργασιακής δέσμευσης και της συνολικής πολιτικής παροχών. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας:
Εννέα στις 10 επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα διαθέτουν ήδη συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, ενώ το 13% αυτών λειτουργεί μέσω Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.).
Ένας στους τρεις εργοδότες που δεν διαθέτουν σήμερα πρόγραμμα βρίσκεται ήδη σε διαδικασία σχεδιασμού ή υλοποίησης.
Η μέση εργοδοτική εισφορά διαμορφώνεται περίπου στο 4,5%, ενώ μόλις το 4% των εργοδοτών δεν συνεισφέρει καθόλου.
Η εφαρμογή του νέου πλαισίου οδήγησε σε αρκετές περιπτώσεις σε αναπροσαρμογή των εισφορών και περιορισμό της αποταμίευσης, λόγω της εισαγωγής του ανώτατου ορίου 20% επί των αποδοχών.
Τέσσερις στις 10 εταιρείες προχώρησαν σε αλλαγές στα υφιστάμενα προγράμματα προκειμένου να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον.
Το 80% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι παρακολουθεί μόνο του την εφαρμογή του πλαφόν εισφορών, παρά το γεγονός ότι ο σχετικός έλεγχος αποτελεί υποχρέωση των παρόχων.
Η ενημέρωση
Ως προς την ενημέρωση των μελών, μόλις 14% ανέφερε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί ενημέρωση για τη λειτουργία του προγράμματος.
Στα ομαδικά ασφαλιστήρια, επτά στους 10 δήλωσαν ότι εφαρμόζουν ήδη λογική επενδυτικών επιλογών, ενώ ένας στους τρείς εξακολουθεί να βασίζεται αποκλειστικά σε εγγυημένες αποδόσεις.
Οκτώ στους 10 συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν ότι δεν διαθέτουν επαρκή εικόνα για τα κόστη, τις χρεώσεις και τη διάρθρωση των επενδυτικών επιλογών.
Ως προς τη διακυβέρνηση των επενδύσεων, τα ποσοστά παραμένουν χαμηλά: μόλις 13% διαθέτει οργανωμένη επιτροπή παρακολούθησης, ενώ 26% δεν διαθέτει καμία επίσημη διαδικασία τεκμηρίωσης.
Σύμφωνα με τους οργανωτές της έρευνας τα ευρήματά της αναδεικνύουν πως η επόμενη φάση ανάπτυξης του δεύτερου πυλώνα δεν εξαρτάται μόνο από το θεσμικό πλαίσιο αλλά και από την ενημέρωση, την εκπαίδευση, τη διαφάνεια και την ουσιαστική συμμετοχή εργοδοτών και εργαζομένων.




































