Οδεύουμε σταδιακά προς την ολοκλήρωση του πρώτου εξαμήνου του έτους και η ελληνική κεφαλαιαγορά καταγράφει ήδη μία από τις ισχυρότερες περιόδους άντλησης κεφαλαίων των τελευταίων ετών.
Ήδη, οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που έχουν ολοκληρωθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία υλοποίησης ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ, ενώ εφόσον ολοκληρωθεί και η επικείμενη αύξηση κεφαλαίου της AKTOR, το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που θα έχουν αντληθεί μέσω ΑΜΚ προσεγγίζει τα 6 δισ. ευρώ. Αν μάλιστα συνυπολογιστούν οι εταιρικές και τραπεζικές ομολογιακές εκδόσεις, καθώς και οι υπόλοιπες κινήσεις χρηματοδότησης, το συνολικό ποσό που κατευθύνεται στις ελληνικές εισηγμένες αυξάνεται σημαντικά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ολόκληρο το 2025 οι εισηγμένες άντλησαν συνολικά περίπου 2,5 δισ. ευρώ μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών δημόσιων προσφορών (IPO), των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και των εταιρικών ομολογιακών εκδόσεων.
Το 2024 τα συνολικά αντληθέντα κεφάλαια είχαν προσεγγίσει τα 5 δισ. ευρώ, επίδοση που στηρίχθηκε κυρίως σε πολύ μεγάλες συναλλαγές, δηλαδή τα placements του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας σε Πειραιώς και Εθνική Τράπεζα, καθώς και στην εισαγωγή του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου, με δημόσια προσφορά που προσέγγισε τα 800 εκατ. ευρώ.
Η ΔΕΗ πρωταγωνιστής των κεφαλαιακών κινήσεων
Κεντρικό ρόλο στη φετινή κινητικότητα διαδραματίζει η ΔΕΗ, η οποία υλοποίησε τη μεγαλύτερη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας 25ετίας, αντλώντας 4,25 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση του νέου επενδυτικού της σχεδίου και την επιτάχυνση της ενεργειακής της μετάβασης.
Σημαντική ήταν και η κίνηση του ΑΔΜΗΕ, ο οποίος προχώρησε σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 530 εκατ. ευρώ, με στόχο τη χρηματοδότηση των μεγάλων επενδύσεων που σχεδιάζονται στα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, η AKTOR δρομολογεί αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 650 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του επενδυτικού προγράμματος των 3 δισ. ευρώ που έχει ανακοινώσει η διοίκηση του ομίλου. Με την ολοκλήρωση της συναλλαγής, το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που θα έχουν αντληθεί μέσω ΑΜΚ στην ελληνική αγορά θα προσεγγίσει τα 6 δισ. ευρώ.
Στο κύμα των μεγάλων κεφαλαιακών κινήσεων προστίθεται πλέον και η ElvalHalcor, η οποία δρομολογεί μία από τις σημαντικότερες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στον ελληνικό βιομηχανικό κλάδο.
Η εταιρεία σχεδιάζει να αντλήσει περίπου 250 εκατ. ευρώ, με τα κεφάλαια να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου επενδυτικού προγράμματος ύψους περίπου 455 εκατ. ευρώ έως το 2030. Στο πλαίσιο αυτό, το διοικητικό συμβούλιο έχει συγκαλέσει Έκτακτη Γενική Συνέλευση για τις 9 Ιουλίου 2026, προκειμένου οι μέτοχοι να εγκρίνουν την απαραίτητη εξουσιοδότηση για την υλοποίηση της αύξησης, καθώς και την κατάργηση των δικαιωμάτων προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων.
Αλλάζει το πρότυπο
Μία ακόμη ειδοποιός διαφορά της τρέχουσας περιόδου είναι η μέθοδος του βιβλίου προσφορών (accelerated book building ή ABB) που πλέον αποτελεί και την κυρίαρχη επιλογή για εισηγμένες που επιδιώκουν να αντλήσουν νέα κεφάλαια ή να διευρύνουν τη μετοχική τους βάση. Ειδικά την τελευταία τριετία (2023-2025), η πλειονότητα των μεγάλων συναλλαγών πραγματοποιήθηκε μέσω βιβλίου προσφορών, είτε επρόκειτο για αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου είτε για placements υφιστάμενων μετοχών.
Πέραν των τελευταίων αυξήσεων (ΔΕΗ, ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών), τη συγκεκριμένη διαδικασία είχαν ακολουθήσει παλαιότερα και οι αυξήσεις κεφαλαίου των Optima bank, Noval Property και Trade Estates, ενώ με βιβλία προσφορών υλοποιήθηκαν και μεγάλες διαθέσεις μετοχών, όπως της Τράπεζας Πειραιώς, της Εθνικής Τράπεζας, της Helleniq Energy, της LAMDA Development, της Ideal Holdings και άλλων εισηγμένων. Η επιτυχία των συναλλαγών αυτών, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις υπερκαλύφθηκαν πολλαπλάσιες φορές, επιβεβαίωσε την ισχυρή συμμετοχή διεθνών θεσμικών επενδυτών στην ελληνική αγορά.
Η στροφή αυτή αντανακλά την ωρίμανση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και την προσαρμογή της στα διεθνή πρότυπα. Μέσω του βιβλίου προσφορών, οι εταιρείες ολοκληρώνουν τις εκδόσεις μέσα σε λίγες ημέρες, διαμορφώνουν την τιμή διάθεσης με βάση την πραγματική ζήτηση και προσελκύουν μακροπρόθεσμα θεσμικά χαρτοφυλάκια από το εξωτερικό. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η διαδικασία περιορίζει ή αποκλείει το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων, γεγονός που προκαλεί κατά καιρούς αντιδράσεις λόγω της dilution των ποσοστών συμμετοχής.
Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η εικόνα των τελευταίων ετών δείχνει ότι το βιβλίο προσφορών έχει πλέον καθιερωθεί ως το βασικό εργαλείο άντλησης κεφαλαίων για τις μεγαλύτερες συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ακολουθώντας το μοντέλο που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές.
Επιτάχυνση στις εταιρικές εκδόσεις
Ισχυρή είναι και η τάση στις εταιρικές εκδόσεις, όπως αποτυπώνεται και στα στοιχεία της τελευταίας Έκθεσης Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με την ΤτΕ, η εκδοτική δραστηριότητα των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων επιταχύνθηκε αισθητά το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όταν δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία εταιρική ομολογιακή έκδοση.
Από τις αρχές του έτους, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αντλήσει περίπου 900 εκατ. ευρώ μέσω εκδόσεων εταιρικών ομολόγων τόσο στην ελληνική όσο και στις διεθνείς αγορές.
Η εδραιωμένη πλέον παρουσία των εταιρικών ομολόγων επιβεβαιώνει ότι οι κεφαλαιαγορές εξελίσσονται σε μια ουσιαστική εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης έναντι του τραπεζικού δανεισμού για τις μεγάλες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Παράλληλα, διευκολύνει την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων, ενισχύει την κερδοφορία των επιχειρήσεων και στηρίζει συνολικά την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.
Σε ό,τι αφορά το κόστος δανεισμού, η μέση απόδοση των νέων εταιρικών εκδόσεων από τις αρχές του έτους διαμορφώνεται στο 3,55% για τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας και στο 5,36% για εκείνα χαμηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας, έναντι 3,1% και 5,8%, αντίστοιχα, στο τέλος του 2025.
Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 2025 οι ελληνικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε οκτώ νέες ομολογιακές εκδόσεις συνολικού ύψους 3,67 δισ. ευρώ, εξασφαλίζοντας σημαντικά χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης σε σχέση με προηγούμενες εκδόσεις.
Πάνω από 4 δισ. ευρώ οι τραπεζικές εκδόσεις
Ιδιαίτερα έντονη παραμένει και η δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών στις αγορές ομολόγων. Από τις αρχές του 2026 έχουν προχωρήσει σε εκδόσεις ύψους 3,05 δισ. ευρώ μέσω ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior preferred), ενώ επιπλέον 1,1 δισ. ευρώ έχουν αντληθεί μέσω ομολόγων χαμηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας (subordinated).
Ωστόσο, σημαντικό «μαξιλάρι» για τις ελληνικές τράπεζες αποτελεί πλέον η αναβάθμισή τους στην επενδυτική βαθμίδα. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη σημαντική βελτίωση των χρηματοοικονομικών τους μεγεθών, περιορίζει τις επιπτώσεις της διεθνούς αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις των senior ομολόγων των ελληνικών συστημικών τραπεζών στη δευτερογενή αγορά να κινούνται πλέον σε αντίστοιχα επίπεδα με εκείνες ευρωπαϊκών τραπεζών που διαθέτουν αξιολόγηση ΒΒΒ.
























![ΑΑΔΕ: Οι κυρώσεις για τις διαδικαστικές παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [Μέρος 11ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/eforia-1024x536-1-860x450-1.jpg)










