Ιδιαίτερη δυναμική επιδεικνύει η Ινδία όσον αφορά την αύξηση της παρουσίας της στον παγκόσμιο χάρτη της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα απέκτησε τη δεύτερη νεοφυή εταιρεία AI με αποτίμηση άνω του 1 δισ. δολαρίων.
Πρόκειται για την Emergent, μια startup που δραστηριοποιείται στον τομέα του λεγόμενου vibe coding – της δημιουργίας εφαρμογών μέσω τεχνητής νοημοσύνης χωρίς να απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις προγραμματισμού.
Η εταιρεία, που ιδρύθηκε μόλις πριν από έναν χρόνο, ολοκλήρωσε γύρο χρηματοδότησης Series C ύψους 300 εκατ. δολαρίων, ανεβάζοντας την αποτίμησή της στα 1,5 δισ. δολάρια, σύμφωνα με ανακοίνωσή της την Τετάρτη.
Επικεφαλής του επενδυτικού γύρου ήταν η Creaegis, με έδρα τη Μπανγκαλόρ, ενώ συμμετείχαν επίσης η επενδυτική εταιρεία οικογενειακών κεφαλαίων Claypond, το αμερικανικό fund Sentinel Global, καθώς και οι ήδη υφιστάμενοι επενδυτές Khosla Ventures, SoftBank Vision Fund 2, Lightspeed και Y Combinator.
«Ιδρύσαμε την Emergent με στόχο τον μη τεχνικό επιχειρηματία και τον ιδιοκτήτη μικρής επιχείρησης. Περίπου το 70% των χρηστών μας δεν είχε καμία προηγούμενη εμπειρία στον προγραμματισμό», δήλωσε στο CNBC ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Μουκούντ Τζα.
Σύμφωνα με την Emergent, μέσα στον πρώτο χρόνο λειτουργίας της δημιουργήθηκαν στην πλατφόρμα της περίπου 12 εκατομμύρια εφαρμογές, κυρίως από μικρές επιχειρήσεις και ανεξάρτητους επαγγελματίες που αξιοποίησαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να αναπτύξουν λογισμικό χωρίς να γράψουν κώδικα.
Δεύτερος «μονόκερος» AI μέσα σε έναν μήνα
Η επιτυχία της Emergent έρχεται μόλις έναν μήνα μετά την ανάδειξη της Sarvam ως της πρώτης μεγάλης ινδικής startup τεχνητής νοημοσύνης που ξεπέρασε το όριο του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Η Sarvam συγκέντρωσε 234 εκατ. δολάρια, αποκτώντας επίσης αποτίμηση περίπου 1,5 δισ. δολαρίων.
Οι δύο αυτές εξελίξεις θεωρούνται ενδεικτικές της δυναμικής που αναπτύσσεται στην αγορά τεχνητής νοημοσύνης της Ινδίας.
«Οι χρηματοδοτήσεις αυτές συμβαδίζουν με μια ευρύτερη τάση που παρατηρούμε στην αγορά», δήλωσε στο CNBC η Ντιπίκα Γκίρι, επικεφαλής έρευνας για την τεχνητή νοημοσύνη, την ανάλυση δεδομένων και τα analytics στην IDC Asia Pacific.
Όπως σημείωσε, σχεδόν οι μισές ινδικές επιχειρήσεις δοκιμάζουν ήδη εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, γεγονός που υποδηλώνει έναν εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό υιοθέτησης νέων τεχνολογιών για μια αγορά του μεγέθους της Ινδίας.

Τα πλεονεκτήματα της Ινδίας
Η IDC εκτιμά ότι έως το 2026 περίπου το 45% των ινδικών οργανισμών θα χρησιμοποιεί εξειδικευμένες υπηρεσίες cloud για την εκτέλεση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, περιορίζοντας σημαντικά το κόστος πρόσβασης στην απαιτούμενη υπολογιστική ισχύ.
Παράλληλα, η Ινδία διαθέτει σήμερα μία από τις πιο ολοκληρωμένες υποδομές επιταχυντών τεχνητής νοημοσύνης στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, αξιοποιώντας λύσεις από εταιρείες όπως η NVIDIA, η AMD, αλλά και εξειδικευμένα τσιπ που αναπτύσσουν οι μεγάλοι πάροχοι cloud (hyperscalers).
Οι επιταχυντές αυτοί αποτελούν κρίσιμο εξοπλισμό για την εκπαίδευση και λειτουργία προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και προσφέρουν στην Ινδία μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με πολλές άλλες αναδυόμενες αγορές.
Σε συνδυασμό με τη μεγάλη δεξαμενή μηχανικών λογισμικού και ειδικών στην πληροφορική, οι υποδομές αυτές δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε η χώρα να μειώσει σταδιακά την απόστασή της από τους παγκόσμιους πρωτοπόρους της AI.

Η Ινδία συνεχίζει να έπεται ΗΠΑ και Κίνας
Παρά τα ενθαρρυντικά σημάδια, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ινδία εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Όπως εξηγεί ο Μοχάμεντ Χασάν της S&P Global Market Intelligence, η επιτυχία της Sarvam δείχνει ότι η χώρα μπορεί να αναπτύξει πολύτιμη πνευματική ιδιοκτησία σε τομείς όπως τα πολύγλωσσα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της εγχώριας αγοράς.
Από την άλλη πλευρά, η χρηματοδότηση της Emergent αναδεικνύει κυρίως την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της Ινδίας, το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα.
Ωστόσο, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η χώρα εξακολουθεί να μην παράγει προηγμένα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, δεν διαθέτει ακόμη θεμελιώδη μοντέλα αντίστοιχης κλίμακας με εκείνα των κορυφαίων αμερικανικών ή κινεζικών εταιρειών και υστερεί σημαντικά σε υποδομές κέντρων δεδομένων.

Το στοίχημα του Μόντι
Η στρατηγική της Ινδίας επικεντρώνεται κυρίως στην ανάπτυξη εφαρμογών που βασίζονται σε ξένα θεμελιώδη μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, αξιοποιώντας την πολυετή εμπειρία της χώρας στην ανάπτυξη λογισμικού.
Κατά την Παγκόσμια Σύνοδο για την Τεχνητή Νοημοσύνη τον περασμένο Φεβρουάριο, ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι δήλωσε ότι στόχος της κυβέρνησής του είναι η Ινδία να συγκαταλέγεται στις τρεις κορυφαίες υπερδυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως, όχι μόνο ως χρήστης αλλά και ως δημιουργός νέων τεχνολογιών.
Παρόλα αυτά, η εξάρτηση από ξένα θεμελιώδη μοντέλα παραμένει ένας από τους βασικούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της χώρας, καθώς η πρόσβαση στις πιο προηγμένες πλατφόρμες AI αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.
Ο Νιλ Σαχ, αντιπρόεδρος έρευνας της Counterpoint Research, εκτιμά ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον τρία έως τέσσερα χρόνια ώστε το οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης της Ινδίας να αποκτήσει τη δυναμική που απαιτείται για να δημιουργήσει έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο καινοτομίας και επενδύσεων. Μέχρι τότε, οι πρόσφατες επιτυχίες της Emergent και της Sarvam αποτελούν σημαντικά βήματα, αλλά όχι ακόμη απόδειξη ότι η Ινδία έχει καλύψει το χάσμα με τους σημερινούς ηγέτες της τεχνητής νοημοσύνης.






































