Για πρώτη φορά μετά την ανάληψη της προεδρίας της Fed από τον Kevin Warsh, τρία μέλη της Επιτροπής διαφώνησαν ανοιχτά με την απόφαση, ζητώντας άμεση αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Οι Beth Hammack, Neel Kashkari και Lorie Logan υποστήριξαν ότι ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική, στέλνοντας μήνυμα ότι στο εσωτερικό της Fed ενισχύεται το «γερακίσιο» στρατόπεδο.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει ότι η διατήρηση των επιτοκίων δεν ισοδυναμεί με αλλαγή στρατηγικής.
Αντίθετα, πρόκειται περισσότερο για μια στάση αναμονής, μέχρι να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία για την πορεία του πληθωρισμού, της ανάπτυξης και της αγοράς εργασίας.
Ο πληθωρισμός παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση από τα υψηλά του 2022, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται αισθητά πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ η πρόοδος τους τελευταίους μήνες έχει επιβραδυνθεί.
Το περιβάλλον έχει γίνει ακόμη πιο σύνθετο. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αύξησε σημαντικά το ενεργειακό κόστος, οι νέοι δασμοί στις εισαγωγές διατηρούν ανοδικές πιέσεις στις τιμές, ενώ οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αυξάνουν τη ζήτηση για ημιαγωγούς, ηλεκτρική ενέργεια και εξοπλισμό, δημιουργώντας νέες πληθωριστικές εστίες σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Με άλλα λόγια, η Fed αντιμετωπίζει πλέον έναν πληθωρισμό που δεν προέρχεται αποκλειστικά από την κατανάλωση, αλλά από έναν συνδυασμό γεωπολιτικών, ενεργειακών και διαρθρωτικών παραγόντων, οι οποίοι είναι πολύ πιο δύσκολο να ελεγχθούν μόνο μέσω της νομισματικής πολιτικής.
Η νέα φιλοσοφία Warsh
Εξίσου σημαντική ήταν και η στάση του Kevin Warsh.
Ο πρόεδρος της Fed απέφυγε για ακόμη μία φορά να δώσει σαφή καθοδήγηση για τις επόμενες κινήσεις της κεντρικής τράπεζας. Αντίθετα, υποστήριξε ότι οι αγορές πρέπει να αξιολογούν τα οικονομικά στοιχεία και όχι να βασίζονται στις δημόσιες τοποθετήσεις της Fed.
Χαρακτηριστικά δήλωσε ότι ζήτησε μια «καλή οικογενειακή διαφωνία» στη συνεδρίαση, υποδεχόμενος θετικά τις διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό της Επιτροπής.
Παράλληλα, επανέλαβε ότι δεν υπάρχει «μαγικό ραβδί» για την καταπολέμηση του πληθωρισμού και ότι η επιστροφή στον στόχο του 2% θα απαιτήσει χρόνο.
Η προσέγγιση αυτή διαφέρει αισθητά από τα προηγούμενα χρόνια, όταν η Fed προετοίμαζε σταδιακά τις αγορές για τις επόμενες κινήσεις της. Σήμερα, η αβεβαιότητα αποτελεί συνειδητό στοιχείο της στρατηγικής της.
Οι αγορές κοιτούν ήδη τον Σεπτέμβριο
Παρότι η Fed δεν προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων, οι επενδυτές δύσκολα μπορούν να θεωρήσουν τη συνεδρίαση «ήπια».
Οι τρεις διαφωνίες υπενθυμίζουν ότι η αυστηρότερη πολιτική παραμένει στο τραπέζι, ενώ οι αγορές στρέφουν πλέον το βλέμμα στα στοιχεία που θα δημοσιευθούν τις επόμενες εβδομάδες, με κυριότερα τον δείκτη PCE, το ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου και τα στοιχεία της αγοράς εργασίας.
Εάν τα στοιχεία επιβεβαιώσουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές, η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημείο καμπής για τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.
Οι επιπτώσεις στις αγορές
Η διατήρηση των επιτοκίων προσέφερε αρχικά μια περιορισμένη ανακούφιση στις αγορές.
Ωστόσο, η έλλειψη σαφούς καθοδήγησης από τον Warsh και η εμφανής διάσταση απόψεων στο εσωτερικό της Fed διατήρησαν την αβεβαιότητα σε υψηλά επίπεδα.
Για τις μετοχές, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν τα επιτόκια παρέμειναν αμετάβλητα τον Ιούλιο, αλλά εάν η Fed θα αναγκαστεί να επιστρέψει σύντομα στις αυξήσεις.
Για τις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα των εταιρειών υψηλής ανάπτυξης και τεχνολογίας, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής.
Η Fed δεν θεωρεί ότι έχει ολοκληρώσει τη μάχη κατά του πληθωρισμού. Αντίθετα, η τελευταία συνεδρίαση δείχνει ότι η περίοδος των δύσκολων αποφάσεων ίσως βρίσκεται ακόμη μπροστά, με τον Σεπτέμβριο να εξελίσσεται ήδη στην πιο κρίσιμη συνεδρίαση του έτους.






































