Δεν είναι απαραίτητα παράλογο να συνεχίζεις να προσπαθείς το ίδιο πράγμα περιμένοντας διαφορετικό αποτέλεσμα, αλλά χωρίς αμφιβολία είναι υπερβολικά ανόητο. Μόλις που πίστεψες ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αφοσιωθεί πλήρως σε άλλα προβλήματα, όπως ο πόλεμος με το Ιράν, αποφάσισε να ξεκινήσει ακόμα έναν καβγά για τους δασμούς με έναν γείτονα που τον έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς στο παρελθόν. Με τον πληθωρισμό να αποτελεί κίνδυνο για την ήδη πτωτική δημοτικότητά του, οι ανόητες ενέργειες του Τραμπ με τους δασμούς είναι πολιτικά ακόμα πιο ασύμφορες.
Όπως έγραψα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, οι απαιτήσεις που φάνηκε να προβάλλουν οι ΗΠΑ στον Καναδά ως αντάλλαγμα για την αναστολή των δασμών ήταν τόσο πολιτικά τοξικές, που θα ήταν αδύνατο για τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να τις αποδεχθεί. Εκτός αν, όλως παραδόξως, αυτό ήταν το σχέδιο των ΗΠΑ, επρόκειτο για μια τρομερά εσφαλμένη εκτίμηση.
Γνώριμα προβλήματα ταλανίζουν την εκστρατεία δασμών του Τραμπ. Ο Καναδάς είναι κυρίως προμηθευτής ενέργειας και ενδιάμεσων αγαθών προς τις ΗΠΑ, όπως ξυλεία, αλουμίνιο, ανταλλακτικά αυτοκινήτων και ποτάσα για λιπάσματα. Ο αποκλεισμός τους βλάπτει κυρίως τις βιομηχανίες των ΗΠΑ.
Κάθε άλλο παρά εξασθενεί την αποφασιστικότητα της χώρας-στόχου μια αλόγιστα επιθετική εκστρατεία – συχνά τη συσπειρώνει στην αντίσταση. Ένα αδιαμφισβήτητο δείγμα είναι ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο οποίος από την ορκωμοσία του Τραμπ ταλαντεύεται ανάμεσα στην πρόταση για μια εμπορική σχέση «Φρούριο Βόρεια Αμερική» με τις ΗΠΑ και την έκφραση επιθετικής εναντίωσης. Αυτή την εβδομάδα δοκίμασε τα όρια της συμβατικής διπλωματίας με μια προτροπή προς τον Τραμ «να πάει να γ…εί».
Το άλλο δίδαγμα που δεν έχει αφουγκραστεί ο Τραμπ είναι ότι οι πόλεμοι δασμών στην πραγματικότητα δεν προκαλούν μεγάλη ζημιά, παρά μόνο στην αξιοπιστία των ΗΠΑ. Η υπηρεσία ερευνών Global Trade Alert εκτιμά ότι οι υψηλοί δασμοί που επιβάλλει τώρα ο Τραμπ —εάν δεν κλιμακωθούν έως ότου καταστραφεί η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA)— αυξάνουν τον μέσο αμερικανικό δασμό για τον Καναδά κατά μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, στο 6,3%.
Η εταιρεία συμβούλων Oxford Economics εκτιμά ότι ακόμη και αν υπολογιστούν τα αντίποινα του Καναδά «δολάριο προς δολάριο» -η Οτάβα ανακοίνωσε αμοιβαίους δασμούς σε εισαγωγές ύψους 20 δισ. δολαρίων την Τρίτη- οι δασμοί θα επιβραδύνουν την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ του Καναδά κατά τον επόμενο χρόνο κατά μόλις 0,3 ποσοστιαίες μονάδες και θα μειώσουν μόνιμα το επίπεδό του κατά 0,2%. (Συγκριτικά, το Brexit εκτιμάται πρόσφατα ότι έχει μειώσει μόνιμα το ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 6%-8%· αυτό είναι ένα πραγματικό σοκ για το εμπόριο.)
Εδώ και καιρό ήλπιζα ότι μια χώρα που στοχοποιείται από τον Τραμπ θα ανασήκωνε απλώς τους ώμους και θα αρνιόταν να προβεί σε αντίποινα, αντιστεκόμενη στον πειρασμό να πυροβολήσει τα πόδια της μόνο και μόνο επειδή το έκαναν οι ΗΠΑ. Δυστυχώς, οι κυβερνήσεις προφανώς θεωρούν ότι ο Τραμπ θα το εκλάβει αυτό ως σημάδι αδυναμίας και θα αυξήσει περαιτέρω τους δασμούς, για αυτό και νιώθουν την ανάγκη να φαίνεται ότι ανταποδίδουν το πλήγμα.
Στην πραγματικότητα, ακόμη και για μια ανοιχτή εξαγωγική οικονομία όπως αυτή του Καναδά, οι σύγχρονες προηγμένες χώρες κυριαρχούνται από τους εγχώριους τομείς υπηρεσιών τους, όχι από τις εξαγωγές αγαθών. Η καναδική οικονομία βλάπτεται πολύ περισσότερο από τα εμπόδια στις υπηρεσίες και στα προϊόντα μεταξύ των επαρχιών της παρά από οτιδήποτε έχει κάνει ο Τραμπ.
Ακόμη και οι διευρυμένοι δασμοί του 50% που απειλεί να επιβάλει ο Τραμπ από την 1η Ιανουαρίου θα ανέβαζαν τον μέσο δασμό στο 11% — ζημιογόνο, αλλά όχι καταστροφικό. Στην πραγματικότητα, δεδομένου του πολύ μεγάλου χρονικού περιθωρίου, υποθέτω ότι αυτοί οι δασμοί δεν θα εφαρμοστούν ποτέ και ότι ο Καναδάς θα διαπραγματευτεί μια πιο λογική συμφωνία πριν από τότε. Φυσικά, αν ο Τραμπ διαλύσει ολοσχερώς τη USMCA, η ζημιά θα είναι σημαντικά μεγαλύτερη, αλλά αυτό θα ήταν μια πραγματικά αυτοκαταστροφική πράξη από πλευράς των ΗΠΑ.
Ο Τραμπ έχει περάσει τώρα ενάμιση χρόνο πετώντας πέτρες στους ποταμούς του παγκόσμιου εμπορίου, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι το εμπόριο ρέει πάνω και γύρω από αυτές. Ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του αποφασισμένος να σταματήσει την Κίνα από το να ανακατευθύνει απλώς τις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ μέσω τρίτων χωρών, όπως συνέβη κατά την πρώτη θητεία του. Η οργισμένη κραυγή της πρόσφατης μακροσκελούς ανακοίνωσης του Λευκού Οίκου ενάντια σε αυτό που λανθασμένα αποκαλεί «μεταφόρτωση» δείχνει ότι γνωρίζει πως αποτυγχάνει.
Πόσο θα συνεχιστεί το πείραμά του; Οι τιμές καταναλωτή αυξάνονται ραγδαία. Παρόλο που μεγάλο μέρος της αύξησης στον δομικό πληθωρισμό εντοπίζεται στις υπηρεσίες, οι δασμοί θα σημαίνουν ότι ο Τραμπ θα δεχτεί τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης — ακριβώς όπως ο Τζο Μπάιντεν δέχτηκε αδίκως πολλά πυρά για τον πληθωρισμό λόγω του πακέτου δημοσιονομικής στήριξης.
Ίσως υπάρχουν απηχήσεις από το παρελθόν. Όπως σημειώθηκε και παλαιότερα, υπάρχουν ορισμένα παράλληλα στοιχεία ανάμεσα στην εμπειρία του Τραμπ με τους δασμούς και σε εκείνη του Ρίτσαρντ Νίξον, ενός άλλου προέδρου που ξεκίνησε εφαρμόζοντας προστατευτισμό και στη συνέχεια υπαναχώρησε. Ο Φρεντ Μπέργκστεν, ομότιμος διευθυντής του ινστιτούτου σκέψης Peterson Institute, υπηρέτησε στην κυβέρνηση Νίξον και θυμάται μια έντονη εσωτερική μάχη το 1970 για μια μικρή αύξηση στις ποσοστώσεις εισαγωγής κρέατος, ιδιαίτερα του φθηνότερου κρέατος που χρησιμοποιείται για τα χάρμπουργκερ.
Αλλά μέχρι το 1972, με τις τιμές των τροφίμων να αυξάνονται ταχύτατα και ένα αναδυόμενο καιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο να τις πιέζει ψηλότερα, ο Νίξον ανέστειλε πλήρως τις ποσοστώσεις κρέατος. Ο Τραμπ την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε παρόμοια την αναστολή των δασμών σε 300.000 τόνους κιμά, πυροδοτώντας μια παρόμοια έντονη πολιτική συζήτηση. Αντιμετωπίζει επίσης αυτό που φαίνεται ως ένα τεράστιο επεισόδιο Ελ Νίνιο αργότερα φέτος.
Το πώς και πότε θα τελειώσει αυτή η πρωτοφανής άσκηση αυτοκαταστροφής είναι άγνωστο για τον καθένα. Αλλά με κάθε νέα επανάληψη, οι εμπορικοί εταίροι του Τραμπ θα πρέπει να είναι ακόμα πιο σίγουροι ότι οι δασμοί του αποτελούν μια μετρήσιμη απειλή που μπορεί να αντιμετωπιστεί, και όχι μια καταστροφή που πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος.







































