array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
    [1]=>
    string(17) "News and Politics"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(16) "Political Issues"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(28) "Law Gov & Politics: Politics"
}

90η ΔΕΘ: Τι κράτος χρηματοδοτούν οι Έλληνες και τι υπόσχεται ο Μητσοτάκης

Η ακτινογραφία του κράτους πριν από τη 90η ΔΕΘ – Ποιος πληρώνει και πού πηγαίνουν τα χρήματα

90η ΔΕΘ: Τι κράτος χρηματοδοτούν οι Έλληνες και τι υπόσχεται ο Μητσοτάκης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Κάθε Σεπτέμβριο η οικονομική συζήτηση πριν από τη ΔΕΘ καταλήγει σχεδόν αναπόφευκτα σε έναν αριθμό σχετικά με το πόσο μεγάλο θα είναι το «πακέτο» που θα πάρει μαζί του στη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός και πόσα θα αναλογούν σε μισθωτούς, συνταξιούχους, επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Πίσω όμως από τον λογαριασμό των εξαγγελιών υπάρχει το ερώτημα σχετικά με το τι είδους κράτος χρηματοδοτούν σήμερα οι Έλληνες και προς ποια κατεύθυνση επιχειρεί να το μετακινήσει η κυβέρνηση;

Η τελευταία πλήρης οικονομική χρήση για το 2025 προσφέρει μια αποκαλυπτική ακτινογραφία, καθώς τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού έφθασαν τα 77,1 δισ. ευρώ και οι δαπάνες τα 77 δισ. ευρώ. Η σχεδόν απόλυτη ισορροπία μεταξύ των δύο αριθμών είναι εντυπωσιακή. Το αποτέλεσμα του 2025, αλλά και η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το 2026 επιτρέπει να ανοίξει το «μαύρο κουτί» του προϋπολογισμού, προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα από πού βρίσκει το κράτος τα χρήματά του και πού τελικά τα κατευθύνει.

Τα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι η μηχανή συνεχίζει να δουλεύει με υψηλές στροφές. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου τα καθαρά έσοδα έφθασαν τα 45,2 δισ. ευρώ, σχεδόν 2 δισ. πάνω από τον στόχο, ενώ τα φορολογικά έσοδα, αν αφαιρεθούν δύο έκτακτες συναλλαγές, ήταν αυξημένα κατά 1,1 δισ. ευρώ ή 2,7% έναντι του στόχου. Την ίδια περίοδο οι δαπάνες έφθασαν τα 45,6 δισ., αυξημένες κατά 4,9 δισ. σε σχέση με πέρυσι. Αυτή είναι η πραγματική αφετηρία της φετινής ΔΕΘ.

Το κράτος των 77 δισ. ευρώ

Στην πλευρά των εσόδων η εικόνα είναι αρκετά καθαρή, καθώς το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογία της κατανάλωσης και του εισοδήματος. Το 2025 οι ακαθάριστες εισπράξεις από ΦΠΑ έφθασαν περίπου τα 27,8 δισ. ευρώ. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων απέφερε περίπου 16 δισ., ο φόρος εισοδήματος επιχειρήσεων 8,1 δισ. και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης 7,4 δισ. ευρώ.

Η σύνθεση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία τώρα. Διότι η κυβέρνηση δεν πηγαίνει στη ΔΕΘ μόνο για να αποφασίσει πόσα θα επιστρέψει στην οικονομία. Καλείται να αποφασίσει και σε ποιους και πώς θα τα επιστρέψει. Οι τελευταίες πληροφορίες θέλουν στο τραπέζι, μεταξύ άλλων, αλλαγές στην προκαταβολή φόρου για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες και περαιτέρω παρεμβάσεις στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης. Οι δύο παρεμβάσεις έχουν διαφορετικό δημοσιονομικό κόστος αλλά και διαφορετικό αποτύπωμα στην κατανομή των βαρών.

Πίσω από κάθε εξαγγελία υπάρχει ένα απλό ερώτημα, αν αλλάζει η ΔΕΘ τη δομή των φορολογικών βαρών ή απλώς επιστρέφει μέρος των αυξημένων εσόδων χωρίς να μεταβάλλει το μοντέλο;

Πού πηγαίνουν τα χρήματα

Στα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του 2025 η μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών είναι οι μεταβιβάσεις, σχεδόν 34 δισ. ευρώ. Μέσα στις μεταβιβάσεις κρύβονται οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, η Υγεία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και δεκάδες άλλοι φορείς.

Περισσότερα από 20 δισ. ευρώ διοχετεύθηκαν μέσω των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ενώ η μισθοδοσία του Δημοσίου ήταν περίπου 15,3 δισ. ευρώ πριν απομονωθεί το κομμάτι που αφορά την Άμυνα. Οι επενδυτικές δαπάνες κινήθηκαν κοντά στα 9,7 δισ., οι τόκοι ξεπέρασαν τα 8 δισ. και οι δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης πλησίασαν τα 5 δισ. ευρώ.

Η εικόνα περιγράφει ένα κράτος στο οποίο το κοινωνικό και ασφαλιστικό σκέλος παραμένει κυρίαρχο, αλλά δίπλα του αναπτύσσονται δύο ακόμη μεγάλες δεξαμενές με τις επενδύσεις και, ολοένα περισσότερο την  Άμυνα.

Η Άμυνα αλλάζει την πίτα

Η μεταβολή στις αμυντικές δαπάνες είναι ίσως η σημαντικότερη διαρθρωτική αλλαγή των τελευταίων ετών. Με βάση τα στοιχεία που έχει υποβάλει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συνολική δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης για την Άμυνα εκτιμήθηκε στο 2,3% του ΑΕΠ το 2025, από 2,2% το 2024. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει μάλιστα ρητά ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών έχει σημαντική επίπτωση στα ελληνικά δημόσια οικονομικά και ότι η διατήρησή τους σε διαρθρωτικά υψηλότερα επίπεδα θα απαιτήσει πολιτικές που θα διασφαλίζουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Σε επίπεδο κρατικού προϋπολογισμού, η δαπάνη του υπουργείου Εθνικής Άμυνας κινείται στην περιοχή των 6,5 δισ. ευρώ το 2025 και ανεβαίνει περίπου στα 7 δισ. το 2026.

Το μέγεθος αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με άλλες κατηγορίες, καθώς αυτή η μεταβολή δεν συμβαίνει σε δημοσιονομικό κενό. Ένα ευρώ μόνιμης πρόσθετης δαπάνης στην Άμυνα είναι ένα ευρώ που πρέπει είτε να χρηματοδοτηθεί από πρόσθετα έσοδα είτε να βρει χώρο μέσα σε μια πίτα στην οποία διεκδικούν πόρους η Υγεία, η Παιδεία, οι συντάξεις, οι μισθοί και οι επενδύσεις.

Το κοινωνικό κράτος γερνά

Η κοινωνική προστασία παραμένει το βαρύτερο κομμάτι του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας. Στην ΕΕ οι σχετικές παροχές αντιστοιχούσαν το 2024 στο 27,3% του ΑΕΠ, με τις παροχές γήρατος και επιζώντων (κυρίως τις συντάξεις) να απορροφούν το 47% του συνόλου και την ασθένεια και Υγεία άλλο 29,7%. Η ελληνική περίπτωση έχει όμως μια ιδιαίτερη κλίση προς τη γήρανση. Στα στοιχεία της Eurostat, το 62,3% των ελληνικών κοινωνικών παροχών το 2024 συνδεόταν με τη λειτουργία γήρατος, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από πολλές άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα για το ερώτημα «τι κράτος χρηματοδοτούμε». Η Ελλάδα φαίνεται να χρηματοδοτεί ένα κοινωνικό κράτος που διαθέτει μεγάλο μέρος των πόρων του για την προστασία του εισοδήματος των μεγαλύτερων ηλικιών, την ώρα που το δημογραφικό πρόβλημα απειλεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την πίεση τις επόμενες δεκαετίες.

Το ερώτημα για κάθε νέα μόνιμη παροχή, επομένως, δεν είναι μόνο αν υπάρχει σήμερα ο δημοσιονομικός χώρος, αλλά και αν θα υπάρχει και αύριο.

Υγεία και Παιδεία, η άλλη όψη του κράτους

Υπάρχει όμως και μια διαφορετική μέτρηση της κρατικής παρουσίας, που δεν φαίνεται εύκολα όταν κοιτάζει κανείς μόνο επιδόματα, συντάξεις και φοροελαφρύνσεις: οι δημόσιες υπηρεσίες. Τα συγκρίσιμα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης τοποθετούσαν ήδη από το 2024 τις δαπάνες για την Υγεία στα 13,46 δισ. ευρώ και για την Εκπαίδευση στα 9,29 δισ. ευρώ. Και η εκτέλεση του 2026 δείχνει ότι σημαντικοί πόροι συνεχίζουν να διοχετεύονται στην Υγεία. Μόνο μέχρι τον Ιούλιο είχαν μεταφερθεί 1,24 δισ. ευρώ στον ΕΟΠΥΥ, 915 εκατ. στην ΕΚΑΠΥ για φάρμακα, προϊόντα και υπηρεσίες για λογαριασμό των δημόσιων νοσοκομείων και άλλα 801 εκατ. σε νοσοκομεία και Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες επιλογές της οικονομικής πολιτικής.

Ο δημοσιονομικός χώρος μπορεί να επιστρέψει στον πολίτη ως χαμηλότερος φόρος ή ως εισοδηματική ενίσχυση. Μπορεί όμως να επιστρέψει και ως καλύτερο νοσοκομείο, καλύτερο σχολείο, περισσότερες δημόσιες μεταφορές, πολιτική προστασία ή υποδομές. Και οι δύο δρόμοι «επιστρέφουν χρήματα στην κοινωνία». Δεν περιγράφουν όμως το ίδιο κράτος.

Φοροελαφρύνσεις ή καλύτερες υπηρεσίες;

Η κυβέρνηση έχει ήδη επιλέξει τα τελευταία χρόνια να χρησιμοποιήσει σημαντικό μέρος του διαθέσιμου χώρου για αυξήσεις εισοδημάτων και μειώσεις φόρων. Στο Draft Budgetary Plan του 2026 καταγράφονται παρεμβάσεις συνολικού κόστους 1,76 δισ. ευρώ για το τρέχον έτος και επιπλέον 700 εκατ. ευρώ για το 2027, με επίκεντρο τη φορολογία εισοδήματος, τις οικογένειες, τους νέους, τους συνταξιούχους και ειδικά μισθολόγια. Η φετινή ΔΕΘ καλείται τώρα να δείξει εάν αυτή η κατεύθυνση θα ενισχυθεί.

Οι πληροφορίες που υπάρχουν πριν από την ομιλία του πρωθυπουργού δείχνουν προς ένα πακέτο στο οποίο σημαντικό ρόλο θα έχουν και πάλι οι φορολογικές ελαφρύνσεις, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Η κυβέρνηση, από την πλευρά δηλώνει ότι οι προτάσεις που φθάνουν στο οικονομικό επιτελείο εξετάζονται και κοστολογούνται πριν ληφθούν οι τελικές αποφάσεις.

Εάν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί στη Θεσσαλονίκη, η επιλογή θα είναι σαφής, με το μεγαλύτερο μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου να επιστρέψει απευθείας στο διαθέσιμο εισόδημα αντί να χρηματοδοτήσει μια αντίστοιχου μεγέθους νέα επέκταση του κοινωνικού κράτους.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για επιλογή μεταξύ «παροχών» και «μεταρρυθμίσεων». Πρόκειται για μια βαθύτερη επιλογή σχετικά με το πόσο εισόδημα θα διαχειρίζεται ο πολίτης και πόσες υπηρεσίες θα αγοράζει συλλογικά για λογαριασμό του το κράτος. Οπου και να γύρει στο τέλος η ζυγαριά, δεδομένο είναι ότι η κυβέρνηση δεν προσανατολίζεται να παρέμβει στους έμμεσους φόρους, οι οποίοι αν και κοινωνικά άδικοι, συνεχίζουν να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία.

Ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι όλος διαθέσιμος

Υπάρχει και ένας αριθμός που δείχνει γιατί το περιθώριο επιλογών είναι μικρότερο από όσο υποδηλώνει η πρώτη εικόνα των κρατικών ταμείων. Στο επτάμηνο του 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα της Κεντρικής Διοίκησης έφθασε τα 5,73 δισ. ευρώ έναντι στόχου 4,42 δισ. ευρώ. Φαινομενικά, δηλαδή, υπήρξε υπέρβαση μεγαλύτερη από 1,3 δισ. ευρώ.

Όταν όμως αφαιρεθούν οι ετεροχρονισμοί πληρωμών του ΠΔΕ και μεταβιβάσεων προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και ένα έκτακτο έσοδο από την παραχώρηση άδειας καζίνο στο Ελληνικό, η πραγματική υπέρβαση έναντι του στόχου περιορίζεται στα 256 εκατ. ευρώ. Το ίδιο το υπουργείο υπενθυμίζει ότι το ταμειακό αποτέλεσμα της Κεντρικής Διοίκησης δεν ταυτίζεται με το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, οι επενδυτικές πληρωμές έχουν επιταχυνθεί. Στο επτάμηνο έφθασαν τα 7,6 δισ. ευρώ, 1,47 δισ. περισσότερα από πέρυσι, κυρίως λόγω της επιτάχυνσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Και εδώ εμφανίζεται η επόμενη μεγάλη πρόκληση καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνει τον κύκλο του. Η σημερινή αυξημένη επενδυτική ένταση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη για πάντα.

Τι κράτος υπόσχεται τελικά η ΔΕΘ

Το ερώτημα της Θεσσαλονίκης είναι μεγαλύτερο από το ύψος ενός πακέτου μέτρων. Η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα κράτος που χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από φόρους στην κατανάλωση και στο εισόδημα, διαθέτει μεγάλο μέρος των πόρων του στην κοινωνική ασφάλιση και στις συντάξεις, εξακολουθεί να πληρώνει πάνω από 8 δισ. ευρώ τον χρόνο σε τόκους, αυξάνει σημαντικά τις δαπάνες για την Άμυνα και ταυτόχρονα πρέπει να προετοιμαστεί για την εποχή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον καλείται να αποφασίσει πού θα τοποθετήσει το επόμενο διαθέσιμο δημοσιονομικό πακέτο. Στη μείωση των φόρων; Στην άμεση ενίσχυση του εισοδήματος; Στην Υγεία και την Παιδεία; Στις επενδύσεις; Στην Άμυνα ή σε έναν συνδυασμό όλων αυτών, που όμως αναπόφευκτα σημαίνει μικρότερη παρέμβαση σε κάθε επιμέρους μέτωπο;

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies