Με ένα εμπορικό έλλειμμα που έχει φτάσει το 1 δισ. ευρώ την ημέρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά πλέον τρόπους για να περιορίσει τη μαζική εισροή κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, την ώρα που η πίεση από τον κινεζικό ανταγωνισμό γίνεται ολοένα πιο αισθητή στην ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Η Κομισιόν εξετάζει τρόπους ώστε να πείσει το Πεκίνο να συγκρατήσει τις εξαγωγές του προς την ΕΕ, επιχειρώντας ταυτόχρονα να ανοίξει περισσότερο την κινεζική αγορά στα ευρωπαϊκά προϊόντα. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στρατηγικής στις εμπορικές σχέσεις των δύο πλευρών, με τις Βρυξέλλες να πλησιάζουν περισσότερο σε μια λογική ενεργητικής διαχείρισης των εμπορικών ροών, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico.
Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς ευρωπαϊκές χημικές βιομηχανίες και αυτοκινητοβιομηχανίες κλείνουν εργοστάσια και περικόπτουν θέσεις εργασίας, δυσκολευόμενες να ανταγωνιστούν τις φθηνότερες κινεζικές εισαγωγές.
«Αν εξετάσουμε το ζήτημα του ελλείμματός μας, αυτό που χρειάζεται είναι η αύξηση των ευρωπαϊκών προϊόντων προς την Κίνα. Πρέπει επίσης να δούμε πώς μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα τις κινεζικές εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς.
Όπως πρόσθεσε, η αποτελεσματικότερη λύση για τις μελλοντικές σχέσεις ΕΕ και Κίνας θα ήταν το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές.
Τελεσίγραφο για αποτελέσματα έως τον Οκτώβριο
Η πίεση προς την Κομισιόν αυξάνεται. Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών ζητούν από τις Βρυξέλλες να παρουσιάσουν χειροπιαστά αποτελέσματα έως τα μέσα Οκτωβρίου, έχοντας ήδη καλέσει την Επιτροπή να αναπτύξει νέα εργαλεία για τη μείωση του τεράστιου εμπορικού ελλείμματος με την Κίνα.
Ο Σέφτσοβιτς πρόκειται να συνομιλήσει μέσω τηλεδιάσκεψης με τον Κινέζο υπουργό Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο στα μέσα Σεπτεμβρίου και να επισκεφθεί το Πεκίνο στις αρχές Οκτωβρίου.
Παράλληλα, ομάδα Ευρωπαίων διαπραγματευτών βρίσκεται ήδη στην Κίνα. Σύμφωνα με τον επίτροπο, οι συνομιλίες είναι «πολύ ανοιχτές, πολύ δύσκολες», ενώ «όλα τα θέματα βρίσκονται στο τραπέζι».

«Πρέπει να έχουμε απτά αποτελέσματα έως τον Οκτώβριο», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένουν «σαφή παραδοτέα», μεταξύ των οποίων και πιλοτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση της κινεζικής υπερπροσφοράς.
Η Ευρώπη αλλάζει στρατηγική
Οι δηλώσεις του Σέφτσοβιτς αποτυπώνουν μια ευρύτερη αλλαγή της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής απέναντι στο Πεκίνο.
Μέχρι σήμερα, η ΕΕ βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα παραδοσιακά εργαλεία εμπορικής άμυνας, αντιδρώντας αφού τα κινεζικά προϊόντα είχαν ήδη φτάσει στην ευρωπαϊκή αγορά. Η νέα προσέγγιση επικεντρώνεται περισσότερο στη διαχείριση των ίδιων των εμπορικών ροών.
Από τη μία πλευρά, οι Βρυξέλλες θέλουν να πουλούν περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα στην Κίνα και ιδιαίτερα αγαθά που δεν θεωρούνται ευαίσθητα, όπως αγροτικά προϊόντα, ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός και αυτοκίνητα. Από την άλλη, εξετάζουν τρόπους ελέγχου της ποσότητας κινεζικών προϊόντων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η στρατηγική θυμίζει πρακτικές της δεκαετίας του 1980, όταν η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είχαν συμφωνήσει να περιορίσουν τις εξαγωγές αυτοκινήτων, χάλυβα και ηλεκτρονικών προϊόντων προς την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Σέφτσοβιτς αναγνώρισε ότι η αλλαγή αποτελεί «αντίδραση στην πραγματικότητα», καθώς πολλές από τις απότομες αυξήσεις των κινεζικών εξαγωγών δεν προκύπτουν αποκλειστικά από τις οικονομικές επιδόσεις ή τη λειτουργία της αγοράς.
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κριτικής βρίσκονται οι κρατικές επιδοτήσεις του Πεκίνου, οι οποίες, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και επιτρέπουν στις κινεζικές επιχειρήσεις να διαθέτουν προϊόντα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.
Ο «πονοκέφαλος» του πληθωρισμού
Η προσπάθεια προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας κρύβει, ωστόσο, έναν σημαντικό κίνδυνο: υψηλότερες τιμές για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Ο περιορισμός των φθηνότερων κινεζικών εισαγωγών θα μπορούσε εμμέσως να αυξήσει τις τιμές των προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός αποτελεί ήδη σημαντικό πρόβλημα για τις κυβερνήσεις της ΕΕ.
Με τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης να βρίσκεται πάνω από τον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οποιοδήποτε μέτρο καταστήσει ακριβότερα τα κινεζικά προϊόντα θα μπορούσε να προσθέσει νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Έτσι, οι Βρυξέλλες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο στόχους που δεν συμβαδίζουν πάντα: την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής από τον κινεζικό ανταγωνισμό και τη διατήρηση των τιμών υπό έλεγχο.
Απειλή για κλείσιμο της ευρωπαϊκής αγοράς
Εάν οι διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο δεν αποφέρουν αποτελέσματα, η ΕΕ εμφανίζεται έτοιμη να σκληρύνει σημαντικά τη στάση της.
«Εργαζόμαστε πάνω σε πολύ συγκεκριμένες προτάσεις. Ας δούμε πώς θα αντιδράσουν οι Κινέζοι ομόλογοί μας», δήλωσε ο Σέφτσοβιτς.
Προειδοποίησε, όμως, ότι εάν δεν υπάρξει δράση από την κινεζική πλευρά, τότε θα είναι πολύ δυσκολότερο για την Ευρώπη να περιοριστεί απλώς στη συζήτηση.
Η Κομισιόν εξετάζει ήδη πώς μπορεί να βελτιώσει τη χρήση των μέτρων διασφάλισης, τα οποία επιτρέπουν τον προσωρινό περιορισμό των εισαγωγών όταν μια αιφνίδια αύξησή τους απειλεί τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Η ΕΕ χρησιμοποίησε επικαιροποιημένη μορφή αυτών των μέτρων στις αρχές Ιουλίου, όταν επέβαλε δασμούς στον εισαγόμενο χάλυβα, προκαλώντας αντιδράσεις από εμπορικούς εταίρους και κυρίως από τη Βραζιλία και την Κίνα.
Ο ίδιος ο Σέφτσοβιτς χαρακτήρισε το συγκεκριμένο εργαλείο ιδιαίτερα αποτελεσματικό αλλά ταυτόχρονα «πολύ δραστικό», σημειώνοντας ότι η Επιτροπή επιχειρεί να αντλήσει διδάγματα από την περίπτωση του χάλυβα ώστε οι επόμενες παρεμβάσεις να είναι ταχύτερες και καλύτερα στοχευμένες.
Το σχέδιο απεξάρτησης από την Κίνα
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται ένα νέο «εργαλείο διαφοροποίησης», με στόχο να ενθαρρύνουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναζητούν διαφορετικούς προμηθευτές όταν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις.
Ο τελικός στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση της Ευρώπης από κινεζικά προϊόντα σε στρατηγικούς κλάδους.
Η απεξάρτηση, ωστόσο, δεν θα είναι δωρεάν. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών μπορεί να αυξήσει το κόστος, ιδιαίτερα σε κρίσιμες πρώτες ύλες και πράσινες τεχνολογίες, όπου η Κίνα κατέχει κυρίαρχη θέση στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
«Φυσικά, η διαφοροποίηση έχει κόστος», παραδέχθηκε ο Σέφτσοβιτς.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «το κόστος της διαφοροποίησης είναι μικρότερο από το κόστος της διαταραχής».






























