Μίλησε μια ώρα, ήτοι τέσσερεις φορές περισσότερο χρόνο απ’ αυτόν που μίλησαν άλλοι ηγέτες. Έδειξε έτσι στους ψηφοφόρους του ότι η Αμερική είναι μεγάλη και τους κανόνες τους έχει … γραμμένους. Δεύτερον, η ομιλία του ήταν υποτιμητική για τον ΟΗΕ και τον τρόπο λειτουργίας του. Τρίτον, άφησε να υπονοηθεί ότι η Αμερική δεν θα πληρώνει για τη συντήρηση ενός Οργανισμού που της είναι εχθρικός και … οι κυλιόμενες σκάλες του θέλουν συντήρηση.
Όλα αυτά συνέβησαν στην τελευταία Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και σκοπό είχαν να «αναδείξουν» την προσωπικότητα του προέδρου της Αμερικής που την ξανακάνει μεγάλη, λες και ήταν μικρή.
Στη συνέχεια, ο Ντόναλντ Τραμπ, «πλάκωσε» στις βόμβες το Ιράν, έχοντας προαναγγείλει την πτώση του καθεστώτος του, το οποίο σήμερα είναι ισχυρότερο από ό,τι ήταν πριν τους βομβαρδισμούς. Ακόμα χειρότερα, με την επίθεση κατά των μουλάδων και των πραιτωριανών του, ο Τραμπ ενδυνάμωσε την εσωτερική καταστολή, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν μια μέρα πέσει το ισλαμικό καθεστώς να μην υπάρχει οργανωμένη πολιτική εξουσία για να το αντικαταστήσει.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το καθεστώς των «Φρουρών της Επανάστασης» επιτιθέμενο για αντίποινα στους συμμάχους και προστατευόμενους της Αμερικής στην αραβική χερσόνησο, απέδειξε ότι η υπερδύναμη είναι ανίκανη να εφαρμόσει τις συμφωνίες προστασίας που έχει υπογράψει.
Στο μεταξύ όμως, η κρίση που δημιουργήθηκε από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, είναι χαβιάρι στο τοστ των διεθνών κερδοσκόπων, που επιθηλακώνουν κάποια δισ. δολλάρια από τις διακυμάνσεις των τιμών εμπορευμάτων και πρώτων υλών. Φημολογείται ότι εταιρίες που στις ΗΠΑ υπάγονται στον αστερισμό Τραμπ είναι πλουσιότερες ήδη κατά 3 δισ.δολ., ποσό διόλου αμελητέο.
Από αυτά που προηγούνται, δεν είναι λίγοι οι παρατηρητές των αμερικανικών υποθέσεων που υποθέτουν ότι ο Τραμπ οικοδομεί την «αυτοκρατορία του εγώ». Υπάρχουν λεκτικά ολισθήματα και μετά υπάρχουν δολλάρια», γράφει ο Εμμανουήλ Μπερεμά στη γαλλική «Φιγκαρό». Επισημαίνει δε ότι από την «επιχείρηση Βενεζουέλα» ένα είδος φρενίτιδας έχει κυριεύσει τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, με αφετηρία της «Σχολή του Ρεαλισμού» γυρίζει σελίδα. Δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για μια απλή πρόκληση, αλλά για ένα σύστημα διακυβέρνησης με συνεχή σοκ. Η απειλή των Ευρωπαίων συμμάχων της με τιμωρητικούς τελωνειακούς δασμούς «μέχρι την πλήρη και ολοκληρωτική πώληση της Γροιλανδίας» δεν είναι μόνο ένα νέο κόλπο: είναι η ακατέργαστη διατύπωση ενός νεο-αυτοκρατορικού σχεδίου, που υποτίθεται ως τέτοιο, σε πείσμα του διεθνούς δικαίου και των ιστορικών συμμαχιών.
Και στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση είναι η λογική των εκβιασμών που χρησιμοποιεί ο Τραμπ και που έγινε πλέον κεντρικό όργανο της αμεριναικής διπλωματίας.
Η αμερικανική οικονομία, κάποτε η κινητήρια δύναμη του πολυμερούς συστήματος, γίνεται το εργαλείο στοχευμένου εξαναγκασμού κατά των συμμαχικών δημοκρατιών. Το NATO, ήδη αποδυναμωμένο από τα επανειλημμένα ξεσπάσματα του Ντόναλντ Τραμπ, βρίσκεται όμηρος μιας εδαφικής συμφωνίας για ένα νησί υπό τη δικαιοδοσία ενός κυρίαρχου κράτους, της Δανίας.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η εμμονή με τη Γροιλανδία παίζει τον ρόλο της αποκάλυψης. Ο Αμερικανός πρόεδρος δικαιολογεί το σχέδιο του με την αντιπαλότητα με την Κίνα και τη Ρωσία στην Αρκτική, αλλά ενώ έχει τα μέσα να αντιμετωπίσει τις πολεμικές ενέργειες του Πούτιν στην Ουκρανία, δεν το κάνει. Αντίθετα, αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως εταίρο και τους συμμάχους της ως συρτάρια μετρητών.
Ξεκινά έτσι έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή χωρίς να ρωτήσει τους συμμάχους του, παράλληλα όμως κραδαίνει γι’ αυτούς το ρόπαλο των δασμών, έχοντας ήδη δημιουργήσει διεθνή κρίση στις τιμές εμπορευμάτων και πρώτων υλών. Επιμένει ταυτόχρονα στις σχέσεις του με την ΕΕ, στο θέμα της Γροιλανδίας. Ως φαίνεται η τελευταία, είναι πάνω απ’ όλα ένα εργαστήριο: για να δοκιμάσει πόσο μακριά μπορεί να ωθήσει τους συμμάχους της, πόσο καιρό η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμφωνήσει να διαπραγματευτεί υπό απειλή, σε ποιο σημείο οι 27 θα ενεργοποιήσουν ή όχι αντίμετρα, συμπεριλαμβανομένου του μέσου κατά του εξαναγκασμού που έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση αυτού του είδους πολιτικού εκβιασμού.
Εξάλλου πολιτικός εκβιασμός ήταν και το περίφημο «Συμβούλιο Ειρήνης» που δημιούργησε ο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα και το οποίο φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ. Όμως, ο δισταγμός ορισμένων δυτικών κρατών να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο, ήδη επικυρώνει τη λογική του Τραμπ: η ειρήνη δεν είναι πλέον ένα διεθνές δημόσιο αγαθό, είναι μια υπηρεσία υψηλής ποιότητας, που προορίζεται για κράτη έτοιμα να ευθυγραμμιστούν.
Η μετατόπιση είναι επίσης ηθική. Όταν ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εξηγεί ότι δεν αισθάνεται πλέον «υποχρεωμένος να σκέφτεται μόνο την ειρήνη» μετά την αποτυχία του στο Νόμπελ, μετατρέπει μια πληγή του εγώ σε στρατηγικό δόγμα. Η ειρήνη δεν είναι πλέον ένας ορίζοντας, αλλά ένα είδος ανταμοιβής που χορηγεί ή αποσύρει ανάλογα με την αναγνώριση που του δίνεται.
Αυτή η ναρκισσιστική αντιστροφή βρίσκεται στην καρδιά του Τραμπισμού: ο κόσμος δεν είναι πλέον δομημένος από αρχές, αλλά από τη διαβάθμιση των προσωπικών απογοητεύσεων κάποιου.
Το «όραμα» του Τραμπ είναι η θεμελίωση μιας «αυτοκρατορίας του εγώ», στην οποίαν η βία θα αντικαθιστά τον νόμο. Οι Αμερικανοί θα πρέπει να επιλέξουν τον Νοέμβριο: να αφήσουν τη δημοκρατία τους να χαθεί στα χέρια του μονάρχη Maga ή να ανακτήσουν τον έλεγχο της δημοκρατικής τους κληρονομιάς. Δεν είναι καν βέβαιο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα αποδεχθεί την ετυμηγορία της κάλπης.






































