Μικτή είναι η εικόνα που προκύπτει για την ελληνική οικονομία από τη νέα αξιολόγηση της Morningstar DBRS, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες. Ο οίκος αναβάθμισε τις προοπτικές της Ελλάδας σε θετικές από σταθερές, ωστόσο διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση στο BBB, καταγράφοντας μια σειρά από αδυναμίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν μια νέα αναβάθμιση.
Η εικόνα που σκιαγραφεί η DBRS έχει δύο όψεις. Από τη μία βρίσκονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, η βελτίωση των τραπεζών και η ανάπτυξη που παραμένει ισχυρότερη από εκείνη της Ευρωζώνης. Από την άλλη, όμως, το χρέος εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, η παραγωγικότητα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει μεγάλο, ενώ η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί ερωτήματα για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής.
DBRS:Το χρέος πέφτει αλλά…
Το ισχυρότερο επιχείρημα πίσω από τη μεταβολή των προοπτικών σε θετικές είναι η πορεία του δημόσιου χρέους. Τον Μάρτιο του 2026 το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης είχε υποχωρήσει στο 143,5% του ΑΕΠ, από 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027, λόγω της ισχυρής ονομαστικής ανάπτυξης, των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και των νέων πρόωρων αποπληρωμών.
Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση, όμως, η DBRS υπενθυμίζει ότι το ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, έναντι μέσου όρου 88,9%. Και χαρακτηρίζει το υψηλό βάρος του χρέους σημαντική πιστωτική αδυναμία.

Υπάρχουν βεβαίως σημαντικά «μαξιλάρια». Η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους φθάνει τα 18,3 χρόνια, τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονται σε 31,1 δισ. ευρώ, ενώ μετά τις πράξεις αντιστάθμισης το 100% του χρέους βρίσκεται σε σταθερό επιτόκιο.
Σε βάθος χρόνου, ωστόσο, η διατήρηση της βιωσιμότητας του χρέους θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της χώρας να συνεχίσει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα και ισχυρούς ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Και αυτό διότι το χρέος προς τον επίσημο τομέα θα αντικαθίσταται σταδιακά από χρηματοδότηση μέσω των αγορών, αυξάνοντας την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις τους. Επιπλέον, οι κρατικές εγγυήσεις φθάνουν τα 23,9 δισ. ευρώ ή 9,5% του ΑΕΠ, με περίπου το 69% να συνδέεται με το πρόγραμμα «Ηρακλής».
Το στοίχημα των υψηλών πλεονασμάτων
Τα δημόσια οικονομικά αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα σημεία της αξιολόγησης. Το 2025 η Ελλάδα εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, όταν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ κατέγραψαν κατά μέσο όρο πρωτογενές έλλειμμα 1%.
Η DBRS αποδίδει αυτή την επίδοση στον περιορισμό των δαπανών –ιδιαίτερα στη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου και στις κοινωνικές παροχές– αλλά και στην ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων. Μεταξύ 2019 και 2025, μάλιστα, το συνδυασμένο μερίδιο φόρων εισοδήματος και ΦΠΑ στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Για το 2026 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 4% και για το 2027 3,7%. Ωστόσο, οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω άμυνας, γήρανσης του πληθυσμού και κλιματικής μετάβασης.
Ανάπτυξη με χαμηλότερη ταχύτητα
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, αλλά η δυναμική της υποχωρεί. Μετά από μέση ετήσια ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2023-2025, η Κομισιόν προβλέπει ρυθμό 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.
Η επιβράδυνση του 2026 αποδίδεται κυρίως στην ασθενέστερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Αντίβαρο αποτελεί ο τουρισμός, με τις αφίξεις να αυξάνονται κατά 15,4% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ωστόσο, ακριβώς η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ευπάθειας: οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν το 2025 στο 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών, έναντι 73% το 2019.
Το κενό που αφήνει το Ταμείο Ανάκαμψης
Μία από τις σημαντικότερες προειδοποιήσεις της αξιολόγησης αφορά την επόμενη ημέρα των επενδύσεων. Η DBRS εκτιμά ότι η επενδυτική δραστηριότητα θα παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά θα εξασθενήσει στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώνονται οι εκταμιεύσεις των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη λόγω της χαμηλής εγχώριας αποταμίευσης. Σύμφωνα με τον οίκο, για να διατηρηθεί η πρόσφατη αύξηση των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα θα απαιτηθούν συνεχείς και μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων.
Παραγωγικότητα: Μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ
Ένα ακόμη διαρθρωτικό «αγκάθι» είναι η παραγωγικότητα. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πίσω από την Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η DBRS, η ονομαστική παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο αντιστοιχούσε το 2025 σε μόλις 67% του μέσου όρου της ΕΕ των 27, σε όρους προτύπων αγοραστικής δύναμης.
Ο οίκος αναγνωρίζει, πάντως, ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και εκτιμά ότι μπορούν να στηρίξουν την παραγωγικότητα μεσοπρόθεσμα.
Μεγάλη πληγή το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Στα πλέον ευάλωτα σημεία της οικονομίας παραμένουν οι εξωτερικές ανισορροπίες. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει μάλιστα νέα διεύρυνση στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, προτού περιοριστεί στο 5,8% το 2027. Η επιδείνωση αποδίδεται στην άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και στην ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, η οποία αυξάνει τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών.

Παράλληλα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος παραμένει εξαιρετικά υψηλό, στο 238% του ΑΕΠ, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας βρισκόταν στο -133% του ΑΕΠ τον Μάρτιο. Η DBRS αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι σημαντικό μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές με χαμηλά επιτόκια και μεγάλες διάρκειες.
Οι τράπεζες και το «βουνό» δανείων στους servicers
Η εικόνα των τραπεζών έχει αλλάξει εντυπωσιακά. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς τους μειώθηκαν στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% στο τέλος του 2019.
Η άλλη πλευρά της εικόνας, όμως, βρίσκεται εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Η DBRS σημειώνει ότι η επίλυση των προβληματικών δανείων που μεταφέρθηκαν στους servicers παραμένει αργή. Το ΔΝΤ υπολογίζει το σύνολο των ανεπίλυτων προβληματικών δανείων εκτός τραπεζικού συστήματος στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που περιορίζει και τη δεξαμενή των δανειοληπτών που θεωρούνται επιλέξιμοι για τραπεζική χρηματοδότηση.

Επιπλέον, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται αδύναμη από την DBRS, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιστοιχούσαν στο τέλος του 2025 στο 40,1% των κεφαλαίων CET1.
Θετική η πολιτική σταθερότητα, αλλά «καμπανάκι» για τους θεσμούς
Στο πολιτικό μέτωπο, η DBRS θεωρεί περιορισμένο τον κίνδυνο σημαντικών αλλαγών πολιτικής, ακόμη κι αν οι σημερινές δημοσκοπήσεις προμηνύουν μια δυνητικά δύσκολη περίοδο σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2027.
Ο οίκος θεωρεί ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε κρίσιμα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.
Δεν λείπει, ωστόσο, η προειδοποίηση για την ποιότητα των θεσμών. Η DBRS επισημαίνει τις μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, ενώ σημειώνει ότι οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα είναι ασθενέστεροι από εκείνους των περισσότερων εταίρων της στην ΕΕ, ιδιαίτερα ως προς το κράτος δικαίου.
Τι χρειάζεται για την επόμενη αναβάθμιση
Η αλλαγή των προοπτικών σε θετικές αποτελεί ουσιαστικά ένα βήμα προς μια πιθανή μελλοντική αναβάθμιση, αλλά η DBRS θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ο οίκος θα μπορούσε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εάν το δημόσιο χρέος συνεχίσει να υποχωρεί σύμφωνα με τις προβλέψεις και παραμείνει σε σταθερά πτωτική τροχιά μεσοπρόθεσμα, υποστηριζόμενο από ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Εναλλακτικά, καταλύτης θα μπορούσε να αποτελέσει η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, μια ουσιαστική απόκλιση από την αναμενόμενη μείωση του χρέους θα μπορούσε να επαναφέρει τις προοπτικές σε «σταθερές». Ακόμη σοβαρότερα, παρατεταμένη εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων ή σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της χώρας θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε υποβάθμιση.




































