Με συγκρατημένη αισιοδοξία ως προς την παραγωγή ανοίγει η νέα εμπορική περίοδος για την ελληνική επιτραπέζια ελιά, αλλά με αρκετές αβεβαιότητες στο μέτωπο της αγοράς.
Η συγκομιδή της πράσινης ελιάς Χαλκιδικής και της κονσερβοελιάς βρίσκεται προ των πυλών, ενώ αργότερα, προς τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου, ακολουθεί η Καλαμών. Ωστόσο, πριν ακόμη ξεκινήσει η νέα σοδειά ο κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει έναν σημαντικό «πονοκέφαλο», τα υψηλά αποθέματα της προηγούμενης χρονιάς.
Ειδικά στην πράσινη ελιά Χαλκιδικής, οι διαθέσιμες ποσότητες θεωρούνται ιδιαίτερα αυξημένες για την εποχή
Όπως επισημαίνει στον ΟΤ ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Κώστας Ζούκας, η φετινή παραγωγή εκτιμάται ότι θα κινηθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, κοντά στα αντίστοιχα των προηγούμενων ετών. Η εκτίμηση, πάντως, δεν είναι χωρίς αβεβαιότητες, καθώς η ακριβής καταγραφή της παραγωγικής βάσης παραμένει δύσκολη, ενώ τα νέα δέντρα που έχουν εισέλθει σταδιακά στην παραγωγή μεταβάλλουν τα δεδομένα.
«Φαίνεται ότι είναι μια φυσιολογική χρονιά για την επιτραπέζια ελιά, αλλά με μέτρια καρποφορία», εκτιμά στον ΟΤ, ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Επιτραπέζιας Ελιάς (ΔΟΕΠΕΛ) Θανάσης Μπαλτάς, ενώ σημαντικό ρόλο θα παίξουν οι φθινοπωρινές βροχές, καθώς όπως αναφέρει, μεγάλο μέρος των ελαιοκτημάτων στην Ελλάδα δεν αρδεύονται.

Τα αποθέματα
Το μεγαλύτερο ζήτημα, όμως, δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην ποσότητα της νέας σοδειάς αλλά στην ταχύτητα με την οποία μπορούν να απορροφηθούν τα ήδη υπάρχοντα αποθέματα. Ειδικά στην πράσινη ελιά Χαλκιδικής, οι διαθέσιμες ποσότητες θεωρούνται ιδιαίτερα αυξημένες για την εποχή.
«Αυτή τη στιγμή καλούμαστε να διαχειριστούμε δύο πράγματα. Τη συγκομιδή της νέας σοδειάς και τα αποθέματα από την περσινή χρονιά», σημειώνει στον ΟΤ ο κ. Ζούκας, εξηγώντας ότι για την εποχή αυτή τα περσινά αποθέματα είναι περισσότερα από αυτά που είναι εμπορικά διαχειρίσιμα.
Η εικόνα αυτή δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Στη διεθνή αγορά, η προηγούμενη περίοδος χαρακτηρίστηκε από αυξημένη παραγωγή σε αρκετές χώρες της Μεσογείου. Αίγυπτος, Ισπανία, Μαρόκο και Ιταλία κατέγραψαν σημαντικές ποσότητες, ενισχύοντας την προσφορά και δημιουργώντας συνθήκες πλεονάσματος. Την ίδια στιγμή, η ελληνική παραγωγή αποδείχθηκε υψηλότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις.
«Στις αυξημένες ποσότητες έρχονται να προστεθούν οι επιβαρύνσεις στα κόστη, με το ακριβό πετρέλαιο κ.ά αλλά και τις γεωπολιτικές εντάσεις, και τους δασμούς Τραμπ, που διόγκωσαν περισσότερο το κόστος του προϊόντος και αφαίρεσαν σε έναν βαθμό την ανταγωνιστικότητά του στη διεθνή αγορά», τονίζει ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ.
Περίπου το 95% της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού
Οι εξαγωγές για την επιτραπέζια ελιά
Στην άλλη πλευρά της αγοράς, όμως, όπως εξηγεί ο κ. Ζούκας στον ΟΤ, βρίσκεται η ζήτηση, η οποία εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Οι πληθωριστικές πιέσεις και η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης σε σημαντικές αγορές λειτουργούν ανασταλτικά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία, οι ελληνικές εξαγωγές εμφάνισαν πτώση, ενώ αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται και στη Γερμανία.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη από τον ανταγωνισμό προϊόντων χαμηλότερου κόστους. Στην Αυστραλία, για παράδειγμα, η ελληνική επιτραπέζια ελιά πιέζεται από τις αιγυπτιακές πράσινες ελιές, οι οποίες, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΕΜΕΤΕ, διατίθενται σε πολύ χαμηλότερες τιμές. «Προϊόν υποδεέστερο ποιοτικά, αλλά κοστολογικά πολύ φθηνό, πολύ χαμηλότερο από το δικό μας», επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Το κόστος
Στο μεταξύ, η ελληνική επιτραπέζια ελιά βρίσκεται αντιμέτωπη και με τη διόγκωση του παραγωγικού και μεταποιητικού κόστους. Ενέργεια, πετρέλαιο, υλικά συσκευασίας, πλαστικές ύλες και βοηθητικές πρώτες ύλες έχουν επιβαρύνει το τελικό κόστος, την ώρα που οι γεωπολιτικές αναταράξεις εξακολουθούν να επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για έναν κλάδο με τόσο έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό. Περίπου το 95% της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού, γεγονός που προσφέρει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα καθιστά τον κλάδο ιδιαίτερα εκτεθειμένο στις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά από μια πολυετή ανοδική πορεία, οι συνολικές εξαγωγές παρουσίασαν την πρώτη μικρή κάμψη. Σύμφωνα με τον κ. Ζούκα, η πτώση στο πρώτο τρίμηνο ήταν περίπου 1%, ενώ στις ΗΠΑ η υποχώρηση ήταν μεγαλύτερη. Παράλληλα, οι πολεμικές συνθήκες περιόρισαν τις εξαγωγικές δυνατότητες προς χώρες της Μέσης Ανατολής.
Ο καιρός των επόμενων εβδομάδων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός, ιδιαίτερα για τις ξηρικές καλλιέργειες
Φυσιολογική σοδειά
Από την πλευρά της παραγωγής, οι εκτιμήσεις παραμένουν σχετικά θετικές. Ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Επιτραπέζιας Ελιάς, Θανάσης Μπαλτάς, περιγράφει τη χρονιά ως φυσιολογική, με μέτρια καρποφορία και μέχρι στιγμής ικανοποιητική εικόνα ως προς τις προσβολές. Ωστόσο, ο καιρός των επόμενων εβδομάδων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός, ιδιαίτερα για τις ξηρικές καλλιέργειες.
Οι εκτιμήσεις του κλάδου τοποθετούν μια φυσιολογική ελληνική παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς περίπου στις 350.000 έως 400.000 τόνους, με την Καλαμών να κινείται περίπου στους 120.000 τόνους, τη Χαλκιδική στην περιοχή των 150.000-200.000 τόνων και τις υπόλοιπες ποικιλίες να συμπληρώνουν την παραγωγή.

Το στοίχημα για την επιτραπέζια ελιά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζητούμενο για τον κλάδο δεν είναι μόνο να πουλήσει τη φετινή σοδειά. Είναι να μπορέσει να κρατήσει μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία, όπως αναφέρει στον ΟΤ ο κ. Μπαλτάς.
Η ανάγκη για μεγαλύτερη συλλογικότητα αναδεικνύεται από τον Θανάση Μπαλτά ως βασική προτεραιότητα. Στόχος είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε τόσο ο παραγωγός όσο και η μεταποίηση να παραμείνουν βιώσιμοι, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενίσχυση του συνεταιριστικού κινήματος
«Θα πρέπει και ο εξαγωγικός κλάδος, ο μεταποιητικός, να αλλάξει τη στόχευσή του ως προς τα περιθώρια κέρδους και ενδεχομένως και ο πρωτογενής τομέας να δει πώς θα το διαχειριστεί σε επίπεδο κόστους, για να μπορέσουμε να κρατήσουμε το στοιχείο του ανταγωνιστικότητας», συμπληρώνει ο κ. Ζούκας.





































