Οι ηχηρές και ενορχηστρωμένες δήθεν οργισμένες αντιδράσεις για την πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και του Αλέξη Τσίπρα για την επιβολή μιας «Πατριωτικής Εισφοράς» στον μεγάλο πλούτο, δεν αποτυπώνουν κάποιον φόβο ότι θα έρθουν οι… κομμουνιστές να κάνουν «ριφιφί στις θυρίδες».
Καταρχάς γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως όταν μιλάμε για τον μεγάλο πλούτο, το βασικό δεν είναι τα τυχόν αδήλωτα περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας που φυλάσσονται σε τραπεζικές θυρίδες, αλλά ένα πολύ ευρύτερο φάσμα περιουσιακών στοιχείων που βρίσκεται παρκαρισμένο σε ακίνητα, σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου, σε χρεόγραφα, συχνά καλυμμένου πίσω από πλήθος εταιρειών-κελυφών, «παρκαρισμένων» και σε κάθε λογής «φορολογικούς παραδείσους».
Γι’ αυτό, άλλωστε, και η βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να υπάρξει ένα τέτοιο σύστημα φορολόγησης, με χαμηλό ποσοστό, του πολύ μεγάλου πλούτου είναι να μπορεί να υπάρξει ένα αναλυτικό περιουσιολόγιο. Δηλαδή, να γνωρίζουμε την κινητή και ακίνητη περιουσία όλων, στην πραγματική της μορφή και διάσταση, για να μπορεί να αποτιμηθεί και σε αυτή τη βάση να φορολογηθεί, εάν υπερβαίνει κάποιο πολύ υψηλό όριο.
Και ο λόγος είναι προφανής: η φορολογία του εισοδήματος έχει όρια στο πόσο μπορεί να ανέβει, εάν δεν θέλουμε να γίνει αντικίνητρο για την επιχειρηματική δράση και επένδυση. Επιπλέον, γνωρίζουμε πολύ καλά – και αυτό είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και όχι απλώς μια ελληνική ιδιαιτερότητα – ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος του πραγματικού εισοδήματος των στρωμάτων που αποτελούν το «1%» του μεγάλου πλούτου, δεν καταγράφεται ως εισόδημα. Δηλαδή, δεν έχει τη μορφή της φορολογήσιμης αμοιβής ή των μερισμάτων ή άλλων φορολογήσιμων εισοδημάτων.
Άρα πρέπει να υπάρχει μια υποδομή, θεσμική αλλά και ως προς την έρευνα, που να μπορεί να εντοπίζει την πραγματική περιουσία κάποιου, ώστε να μπορεί να τη φορολογεί αυτοτελώς και σε πολύ μικρό ποσοστό, εξασφαλίζοντας, όμως, κρίσιμους πόρους για την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Και εδώ είναι ακριβώς που μπορούμε να καταλάβουμε τις αντιδράσεις. Σπεύδω να πω ότι αυτές δεν προέρχονται από τα στρώματα της πολύ μεγάλης επιχειρηματικότητας, με βάθος και ιστορία. Σε τελική ανάλυση, σε αυτές τις περιπτώσεις η πραγματική οικονομική επιφάνεια είναι γνωστή και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, μια τέτοια συνεισφορά δεν θα είχε κάποια επίπτωση.
Οι αντιδράσεις πραγματική αφετηρία έχουν όλους αυτούς που θα αναγκαστούν να αποκαλύψουν ότι έχουν πολύ μεγαλύτερη πραγματική περιουσία από αυτή που υποστήριζαν ότι είχαν, είτε υποχρεώνονταν, για τον οποιοδήποτε λόγο, σε δηλώσεις πόθεν έσχες είτε όχι.
Και ο λόγος είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει πέσει πολύ χρήμα στην αγορά. Πρωτίστως ευρωπαϊκό, αλλά και ευρύτερα δημόσιο. Το χρήμα αυτό σε σημαντικό βαθμό διανεμήθηκε με τρόπο που δεν μετατράπηκε όλο σε επένδυση και υποδομή. Ένα μεγάλο μέρος του θεωρήθηκε αμοιβή για υπηρεσίες, ξεκινώντας από όλο το οικοσύστημα των «συμβουλευτικών εταιρειών» που για πρώτη φορά με το Ταμείο Ανάκαμψης πήραν τόσο σημαντικό μέρος της συνολικής δαπάνης.
Με αυτό τον τρόπο «ταΐστηκαν» πολλοί, είτε από το ΤΑΑ είτε από το ΕΣΠΑ είτε από εθνικά προγράμματα. Και ένα μέρος από όλο αυτό το χρήμα έγινε πλούτος. Και ένα μέρος του έγινε «πολιτικό χρήμα», καταλήγοντας και στις τσέπες πολιτικών στελεχών.
Ένα πραγματικό περιουσιολόγιο θα αποκάλυπτε, επομένως, όλον αυτό τον πλούτο που έχει σωρευτεί και ο οποίος, είτε μιλάμε για νεόκοπες μορφές επιχειρηματικότητας, είτε για πολιτικά στελέχη, δεν θα δικαιολογείται από τα δηλωθέντα σωρευμένα εισοδήματα. Ή θα αποδεικνύει ότι οι πόροι που έλαβαν, είτε ήταν επιχορηγήσεις, είτε ήταν δάνεια, δεν αξιοποιήθηκαν ακριβώς για επένδυση και υποδομή. Και προφανώς η αποκάλυψη τέτοιων διαδρομών του χρήματος θα οδηγούσε στο να γκρεμιστούν διάφορα αφηγήματα περί της απορροφησιμότητας και της «χρηστής διαχείρισης».
Εύλογα αυτό προκαλεί φόβο. Και ο φόβος δεν είναι ότι θα πάνε να πάρουν και να φορολογήσουν τα χρυσαφικά στις θυρίδες. Ο φόβος είναι ότι διάφοροι μεγαλόσχημοι και υποτίθεται ευυπόληπτοι θα πρέπει να δικαιολογήσουν τον πλουτισμό τους, εάν δεν θέλουν θα κατηγορηθούν για αθέμιτο πλουτισμό.
Είναι σαφές επομένως ότι πίσω από όλη τη φασαρία ενάντια στην φορολογία στον μεγάλο πλούτο, ένα μέτρο που και άλλες χώρες είτε εφαρμόζουν είτε σχεδιάζουν να εφαρμόσουν, δεν βρίσκεται κανένα ενδιαφέρον ούτε για την πραγματική οικονομία, ούτε για την ανάπτυξη, είτε για την όποια περιουσία μιας ούτως ή άλλως υπερφορολογημένης μεσαίας τάξης.
Αυτό που κρύβεται είναι η αγωνία ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος, κυβερνητικού αλλά και επιχειρηματικού και μηντιακού ότι εάν υπάρξει πραγματικό περιουσιολόγιο θα αποκαλυφθεί ο τρόπος που την ώρα που η ελληνική κοινωνία βιώνει μια κρίση κόστους ζωής, που αναμένεται ότι θα επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα (δείτε τον πληθωρισμό και τον ανοδικό ράλι στις τιμές των καυσίμων), για κάποιους έχει στηθεί ένα πάρτι εκατομμυρίων, με αποτέλεσμα και τη διασπάθιση και μη αξιοποίηση σημαντικών πόρων, αλλά και τη συσσώρευση πλούτου, με όρους, επί της ουσίας, παράνομου πλουτισμού.
Και αυτό είναι στην πραγματικότητα ένας παραπάνω λόγος που υπάρχει ανάγκη όχι μόνο να εξετάσουμε τη δυνατότητα ενός φόρου στον μεγάλο πλούτο, αλλά και να βάλουμε μπροστά τη δημιουργία ενός πραγματικού περιουσιολογίου.
Άλλωστε, φοβάται κανείς την αλήθεια;
Πηγή: in.gr





































