Η ενεργειακή κρίση ξανανοίγει στην Ευρώπη τη συζήτηση για το ποιος θα πληρώσει για να συγκρατηθούν οι τιμές και μέχρι πού μπορούν να φθάσουν οι κρατικές παρεμβάσεις χωρίς να εκτροχιαστούν οι προϋπολογισμοί. Από το Βερολίνο έως τη Μαδρίτη και από τη Ρώμη έως το Παρίσι, οι μειώσεις φόρων, τα πλαφόν και οι επιδοτήσεις επιστρέφουν, καθώς το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια και η Ευρώπη οδεύει προς τον χειμώνα με τις αποθήκες φυσικού αερίου γεμάτες μόλις κατά 69%, έναντι εποχικού μέσου όρου 85%.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κυβέρνηση απορρίπτει την οριζόντια μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και επιλέγει προσωρινές επιδοτήσεις ή συμφωνίες συγκράτησης των τιμών. Μόνο που αυτή η γραμμή δοκιμάζεται ήδη στην αντλία με τη μέση τιμή της αμόλυβδης στα 2,17 ευρώ το λίτρο και του πετρελαίου κίνησης τα 2,15 ευρώ, παρότι η επιδότηση στην τελική τιμή συνεχίστηκε και τον Σεπτέμβριο.
Η πίεση αναμένεται να γίνει εντονότερη όσο πλησιάζει η έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης. Παράγοντες της αγοράς υπολογίζουν ότι, εάν ξεκινούσε σήμερα, η τιμή θα βρισκόταν κοντά στα 1,90 ευρώ το λίτρο, σύγκριση με τα περίπου 1,10 ευρώ της προηγούμενης περιόδου, πρόκειται για αύξηση σχεδόν 73%. Μια παραγγελία 1.000 λίτρων θα κόστιζε έτσι 1.900 ευρώ, δηλαδή 800 ευρώ περισσότερα.
Η πίεση για παρεμβάσεις και οι φόροι
Η συζήτηση για τη μείωση των φόρων έχει ανοίξει πλέον ακόμη και στη Γερμανία, με την υπουργό Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε να έχει ήδη προτείνει να μειωθεί προσωρινά ο ΦΠΑ στα καύσιμα από το 19% στο 7%, ώστε η ελάφρυνση να γίνει αμέσως ορατή στην αντλία. Η πρόταση δεν αποτελεί ακόμη κυβερνητική απόφαση, κερδίζει όμως έδαφος στο Βερολίνο, καθώς η τιμή της βενζίνης κινείται κοντά στα ιστορικά υψηλά των 2,30 ευρώ.
Η Ιταλία έχει ήδη προχωρήσει αρκετά βήματα, καθώς αντί να περιμένει την αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, παρατείνει διαδοχικά τις μειώσεις των ειδικών φόρων στα καύσιμα. Το κόστος των παρεμβάσεων πλησιάζει πλέον τα 2,8 δισ. ευρώ, γεγονός που δείχνει και τα δημοσιονομικά όρια της συγκεκριμένης πολιτικής.
Ανάλογη ήταν αρχικά η επιλογή της Ισπανίας, η οποία ανακοίνωσε τον Μάρτιο πακέτο 5 δισ. ευρώ με μειωμένο ΦΠΑ, έκπτωση έως 30 λεπτά ανά λίτρο και ειδική ενίσχυση για τους αγρότες και τις μεταφορές. Η Μαδρίτη άρχισε στη συνέχεια να περιορίζει τις οριζόντιες παρεμβάσεις, επαναφέροντας τον κανονικό ΦΠΑ στα καύσιμα από τον Ιούλιο και μειώνοντας σταδιακά τις εκπτώσεις. Η πορεία αυτή αποτυπώνει το ευρωπαϊκό δίλημμα, με πολλές πρωτεύουσες να επιχειρουν να δώσουν απάντηση στο γρίφο. Τα γενικευμένα μέτρα προσφέρουν γρήγορη ανακούφιση, αλλά φουσκώνουν το λογαριασμό που δύσκολα διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Κροατία στρέφεται περισσότερο στους λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου. Το νέο πακέτο των 260 εκατ. ευρώ, που θα ισχύσει από την 1η Οκτωβρίου έως το τέλος Μαρτίου 2027, καλύπτει νοικοκυριά, δημόσιες υπηρεσίες και μικρές επιχειρήσεις. Από τους διαθέσιμους πόρους, 126 εκατ. ευρώ θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκράτηση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος και περίπου 44 εκατ. ευρώ για φυσικό αέριο και τηλεθέρμανση.
Στη Γαλλία, όπου τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα, η κυβέρνηση απέφυγε μια γενική μείωση φόρων και επέλεξε να στηρίξει εκείνους που κινδυνεύουν να σταματήσουν την παραγωγή. Οι επιδοτήσεις καυσίμων για αγρότες, αλιείς και επιχειρήσεις κατασκευών παρατείνονται έως το τέλος του έτους, ενώ για τους αλιείς η ενίσχυση αυξάνεται στα 35 λεπτά ανά λίτρο. Η απόφαση ήρθε έπειτα από κινητοποιήσεις και αποκλεισμούς λιμανιών, δείχνοντας ότι η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σταδιακά και σε κοινωνική και πολιτική πίεση.
Στο Eurogroup ο λογαριασμός της κρίσης
Μέσα σε αυτό το κλίμα συνεδριάζει σήμερα στο Δουβλίνο το Eurogroup, υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη. Στο τραπέζι θα βρεθεί το ενεργειακό κόστος, αλλά κυρίως το ερώτημα ποιος θα χρηματοδοτήσει τις παρεμβάσεις εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν και στη διάρκεια του χειμώνα.
Έξι χώρες – Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Αυστρία και Πολωνία- έχουν ζητήσει να εξεταστεί ένας κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός φορολόγησης των έκτακτων κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών. Στόχος τους είναι τα έσοδα να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση μέτρων υπέρ καταναλωτών και επιχειρήσεων, ώστε ολόκληρο το βάρος να μην πέσει και πάλι στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, ζητούν να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή έρευνα για τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, καθώς οι τιμές της βενζίνης και κυρίως του ντίζελ έχουν αυξηθεί πολύ περισσότερο από το αργό πετρέλαιο. Η Πολωνία έχει ήδη προτείνει φόρο 60% στα έκτακτα έσοδα των πετρελαϊκών εταιρειών, προσδοκώντας περισσότερα από 1 δισ. δολάρια για τη χρηματοδότηση μειώσεων στην αντλία.
Αν και η σημερινή συνεδρίαση δύσκολα θα καταλήξει σε ενιαίο ευρωπαϊκό μέτρο, θα δείξει όμως εάν οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να συντονίσουν τις κινήσεις τους ή αν η Ευρώπη θα επιστρέψει στη λογική των εθνικών επιδοτήσεων.
Το ελληνικό μοντέλο
Η Αθήνα προσέρχεται σε αυτή τη συζήτηση έχοντας αποκλείσει τη μείωση του ΦΠΑ και αφήνοντας μετά και τις δηλώσεις του πρωθυπουργού ανοιχτό το ενδεχόμενο παρέμβασης στον ΕΦΚ, εφόσον υπάρξει σχετική συμφωνία με την Κομισιόν. Το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει ότι πρόκειται για ακριβές, οριζόντιες παρεμβάσεις, οι οποίες ευνοούν και τα υψηλότερα εισοδήματα, χωρίς να εγγυώνται ότι ολόκληρη η μείωση θα περάσει στον καταναλωτή. Ταυτόχρονα, θεωρούν ότι θα θέσουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας, αν η απώλεια φορολογικών εσόδων χωρά στον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και στο συμφωνημένο όριο αύξησης των καθαρών δαπανών.
Πίσω από αυτή την επιχειρηματολογία βρίσκεται, όμως, και η μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού προϋπολογισμού από τη φορολογία της κατανάλωσης. Η Ελλάδα έχει την υψηλότερη αναλογία έμμεσων προς άμεσους φόρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν περίπου στο 17,1% του ΑΕΠ και οι άμεσοι στο 11,3%, που σημαίνει ότι για κάθε ένα ευρώ άμεσων φόρων εισπράττονται περίπου 1,51 ευρώ έμμεσων.
Η εικόνα στην ΕΕ είναι διαφορετική, καθώς οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 12,9% του ΑΕΠ και οι άμεσοι στο 13,5%, με την αναλογία να διαμορφώνεται κάτω από τη μονάδα, στο 0,96. Δηλαδή, κατά μέσον όρο στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις αντλούν περισσότερα έσοδα από την άμεση φορολογία παρά από τη φορολογία της κατανάλωσης.
Στην περίπτωση της αμόλυβδης, ο ΕΦΚ παραμένει στα 70 λεπτά ανά λίτρο και ο ΦΠΑ 24% υπολογίζεται πάνω στο σύνολο της τιμής, μαζί με τον ειδικό φόρο. Με τη βενζίνη στα 2,17 ευρώ, ένα γέμισμα 50 λίτρων κοστίζει 108,50 ευρώ, από τα οποία σχεδόν 57 ευρώ αντιστοιχούν σε φόρους και τέλη.
Αυτή είναι και η βασική αντίφαση της ελληνικής πολιτικής, με το κράτος να ζητά από διυλιστήρια, εταιρείες και πρατήρια να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων, αλλά δεν περιορίζει το δικό του μερίδιο στην τελική τιμή.



































