Με τις ασιατικές πλατφόρμες να «σαρώνουν» το εμπόριο σε όλη την Ευρώπη, καθώς δισεκατομμύρια δέματα χαμηλής αξίας εισρέουν στην ενίαια αγορά, έρχονται νέοι κανόνες και τέλη σε μία προσπάθεια να ανακοπεί το «τσουνάμι» που δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό και πλήττει τις εμπορικές επιχειρήσεις. Η επιβολή του δασμού των 3 ευρώ από την 1η Ιουλίου μπορεί στην αρχή να επέφερε μεγάλη μείωση των μικροδεμάτων, ωστόσο η τάση αυτή φθίνει πλέον, όπως θα πει μιλώντας στον ΟΤ ο αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Μάκης Σαββίδης.
Ερχεται νέο τέλος διεκπεραίωσης για τις πλατφόρμες
Το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο μόλις την περασμένη Τετάρτη ενέκρινε τη μεταρρύθμιση του τελωνειακού κώδικα της ΕΕ που εισάγει αυστηρότερους κανόνες για το ηλεκτρονικό εμπόριο και δημιουργεί μια νέα τελωνειακή αρχή.
Στο πλαίσιο αυτό θεσπίζεται και τέλος διεκπεραίωσης για κάθε αντικείμενο που αγοράζεται από διαδικτυακά καταστήματα από τρίτες χώρες και αποστέλλεται απευθείας σε Ευρωπαίους καταναλωτές, για την κάλυψη του συνεχώς αυξανόμενου κόστους διαχείρισης των μεμονωμένων δεμάτων.
Το ύψος του τέλους θα καθοριστεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη θα αρχίσουν να το εισπράττουν το αργότερο από την 1η Νοεμβρίου του 2026.
Το «τσουνάμι» των κινέζικων δεμάτων
Το «καμπανάκι» χτυπά για τις ασιατικές και τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά της κατάστασης που επικρατεί. Το 2025, σχεδόν 5,9 δισεκατομμύρια μικρά δέματα εισήλθαν στην ευρωπαϊκή αγορά – περισσότερα από 180 κάθε δευτερόλεπτο! Αριθμός τετραπλάσιος σε σχέση με το 2022. Από το σύνολο αυτό, το 93% προήλθε από την Κίνα, της οποίας οι εταιρείες επωφελούνται από απαλλαγή από δασμούς για μικρά δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ που εισάγονται στην Ευρώπη.
Χαρακτηριστική είναι εξάλλου η δήλωση του εισηγητή για τη μεταρρύθμιση του τελωνειακού κώδικα Ολλανδού ευρωβουλευτή Dirk Gotink: «Ως εισηγητής είδα από πρώτο χέρι το “τσουνάμι” κινεζικών δεμάτων που παραβιάζουν τους κανόνες της ΕΕ, δεν πληρώνουν φόρους και συνθλίβουν τα τελωνεία μας. Τερματίζουμε το εξαιρετικά τοξικό επιχειρηματικό μοντέλο των φθηνών μη συμμορφούμενων και επικίνδυνων εισαγωγών από την Κίνα, υπέρ ενός εμπορίου στη βάση των προτύπων της Ευρώπης και του δικαιότερου ανταγωνισμού. Επιτέλους παρέχουμε στους 80.000 τελωνειακούς υπαλλήλους της ΕΕ τα μέσα που χρειάζονται για την προστασία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων για τις επόμενες δεκαετίες».
Τα 3 ευρώ δεν απέδωσαν
Όπως εξήγησε στον ΟΤ ο αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Μάκης Σαββίδης οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι είχαν ζητήσει επίμονα την επιβολή ενός επιπλέον τέλους 2 ευρώ που θα πηγαίνει στα τελωνεία κάθε χώρας για να αποκτήσουν εργαλεία αποτελεσματικότερης διαχείρισης της κατάστασης που είναι ασφυκτική και για αυτά.
Επιπλέον, το ζήτημα για τον ίδιο είναι πόσο γρήγορα θα ενσωματωθούν οι όποιες πρωτοβουλίες και με ποιον τρόπο, σημειώνοντας πως κρίσιμο ζητούμενο είναι ότι θα πρέπει να δοθεί έμφαση και στον έλεγχο της ποιότητας.
Σχολιάζοντας την «αποδοτικότητα» του δασμού των τριών ευρώ, είπε ότι αρχικά παρουσιάστηκε μείωση στις αποστολές των μικροδεμάτων αξίας κάτω των 150 ευρώ, αλλά η πτωτική αυτή πορεία έχει ανακοπεί.
«Στην Ελλάδα κατά την αρχή εφαρμογή του μέτρου διαπιστώθηκε μια μείωση της τάξης του 20%. Αλλά μέχρι εκεί αυτό έχει ανατραπεί», σημειώνει και προσθέτει πως σήμερα το παράδοξο που παρατηρείται είναι αύξηση των προιόντων «ανά καλάθι» στις παραγγελίες.
Ροή τζίρου από τους «μικρούς» στους «μεγάλους»
Για τις ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις και ειδικότερα τις μικρομεσαίες ο κ. Μάκης Σαββίδης στον αθέμιτο ανταγωνισμό από τις ασιατικές πλατφόρμες, έρχεται να προστεθεί η μειωμένη αγοραστική δύναμη του καταναλωτή και τα υψηλά λειτουργικά κόστη, που τις φέρνουν με την πλάτη στον τοίχο.
Αναφερόντας ότι τα τελευταία τρίμηνα κινούνται με αρνητικό πρόσημο, διατηρεί τις επιφυλάξεις του για το πώς θα κινηθεί το Φθινόπωρο, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα «τη ραγδαία μετακύλιση τζίρου από τις μικρές προς τις μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου».
«Πριν το 2019 ο τζίρος προέρχονταν κατά 85% από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κατά 15% από τις μεγάλες. Σήμερα η κατάσταση έχει μεταβληθεί με τον τζίρο να προέρχεται κατά 65% από τις μικρομεσαίες και κατά 35% από τις μεγάλες», θα πει.
Και θα εξηγήσει ότι η εξέλιξη αυτή είναι ανησυχητική καθώς οι ΜμΕ εμπορικές επιχειρήσεις είναι ο μοναδικός πωλητής προιόντων της ελληνικής μεταποίηση και γι’ αυτό στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς θα έπρεπε να είναι σε προτεραιότητα η στήριξή τους.





































