Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2004 εκτοξεύτηκε το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού των ΗΠΑ στον τελευταίο επεισόδιο του sell off των ομολόγων διεθνώς, που πυροδοτήθηκε από τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και την επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων υπέστη τη μεγαλύτερη πτώση της μετά το μαζικό ξεπούλημα που ακολούθησε η ανακοίνωση των αμοιβαίων δασμών από τον Αμερικανό πρόεδρο πέρυσι, καθώς η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 105 δολάρια τροφοδοτώντας την ανησυχία για τον πληθωρισμό.
Οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων ανήλθαν έως και το 5,45% την Πέμπτη, το υψηλότερο επίπεδο από το 2004, προτού υποχωρήσουν ελαφρώς στο 5,41%. Οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων έφτασαν το 5,15% την Πέμπτη, σημειώνοντας άνοδο 0,03 ποσοστιαίων μονάδων και αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, πριν υποχωρήσουν στο 5,10%.
Οι κινήσεις αυτές ακολούθησαν την άνοδο κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες που σημειώθηκε την Τετάρτη, καθώς η αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου και τα ισχυρά οικονομικά στοιχεία πυροδότησαν στοιχήματα για ταχύτερες αυξήσεις επιτοκίων από την Fed.
Το παγκόσμιο sell off
Οι πιέσεις επεκτάθηκαν στην Ασία την Πέμπτη. Οι αποδόσεις των τριετών κρατικών ομολόγων της Αυστραλίας, ο τίτλος είναι ευαίσθητος στις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής, εκτινάχθηκαν κατά 13 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 5,07%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2011. Αντίστοιχα, οι αποδόσεις των διετών ομολόγων της Νέας Ζηλανδίας ενισχύθηκαν έως και κατά 17 μονάδες βάσης, πλησιάζοντας το 4%.
Η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού ομολόγου ανήλθε στο υψηλότερο επίπεδο από το 1996, καθώς η αγορά επαναλειτούργησε μετά από τριήμερη αργία και ενσωμάτωσε το παγκόσμιο κύμα ρευστοποιήσεων.
«Εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ζήτησης, ακόμη και από εγχώριους επενδυτές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, για τη στήριξη της αγοράς των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων (JGB)» ανέφερε σε συνέντευξή της στο Bloomberg TV η Carol Lye, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στην Brandywine Global Investment Management.

Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έρχονται αντιμέτωπες με υψηλότερες δαπάνες για την εξυπηρέτηση τόκων, καθώς οι ανάγκες για δαπάνες αυξάνονται ραγδαία.
Την μεγάλη ανησυχία για την εκτόξευση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων εξέφρασε ο ΟΟΣΑ καθώς αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους πλήττοντας τα δημόσια οικονομικά. Στο ίδιο πλαίσιο η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και καλώντας τις ανεπτυγμένες χώρες να μειώσουν το χρέος τους και να περιορίσουν το κόστος εξυπηρέτησης του.
Σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ, το κόστος των τόκων του χρέους ξεπέρασε τα 2 τρισ. δολάρια, ή το 3% του ΑΕΠ, πέρυσι, και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Στη Γαλλία, το κόστος των τόκων αναμένεται να αυξηθεί κατά ένα τέταρτο φέτος, ενώ σε μια σειρά χωρών υπερβαίνει ήδη τις αμυντικές δαπάνες.
Ο γερμανικός οργανισμός διαχείρισης χρέους ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι αναμένει ο ομοσπονδιακός δανεισμός να φτάσει στο επίπεδο-ρεκόρ των 525,5 δισ. ευρώ το 2026 και να αυξηθεί περαιτέρω το επόμενο έτος, κυρίως λόγω των αυξανόμενων αναγκών αναχρηματοδότησης και των διογκούμενων απαιτήσεων για ειδικά ταμεία.
Η απόδοση του γερμανικού κρατικού ομολόγου αναφοράς διάρκειας 10 ετών (Bund) ξεπέρασε για λίγο το 3,5% αυτόν τον μήνα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό της εδώ και 17 χρόνια.

Το sell off μεταφέρθηκε και στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων στέλνοντας υψηλότερα τις αποδόσεις.«Βρισκόμαστε σε αυτό που θα αποκαλούσα συσχετισμένη άνοδο των αποδόσεων. Δεν υπάρχει διαφυγή» εξηγεί στους Financial Times ο Eric Robertsen, επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας και στρατηγικής ανάλυσης στη Standard Chartered στη Σιγκαπούρη.
Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου (Bund) αυξήθηκε κατά 0,03 ποσοστιαίες μονάδες στο 3,58%, αφού είχε σημειώσει άνοδο 0,1 ποσοστιαίων μονάδων την Τετάρτη, προτού υποχωρήσει στο 3,57%. Οι αποδόσεις των 10ετών βρετανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 0,04 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 5,39%, προστιθέμενες στην άνοδο κατά 0,11 ποσοστιαίες μονάδες που σημειώθηκε την Τετάρτη. Αργότερα, τα ομόλογα διαπραγματεύονταν με απόδοση περίπου 5,34%, καταγράφοντας πτώση 0,01 ποσοστιαίας μονάδας την Πέμπτη.
Στο 4% οι αποδόσεις των παγκόσμιων ομολόγων
Την Τετάρτη, οι αποδόσεις στον δείκτη Bloomberg Global Aggregate Treasuries, μετρά τη μέση απόδοση του παγκόσμιου κρατικού χρέους, αυξήθηκαν κατά οκτώ μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 3,99%. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα (Treasuries) αποτέλεσαν βασική αιτία των απωλειών, καθώς τα ισχυρά οικονομικά στοιχεία, ο επίμονος πληθωρισμός και οι αυξανόμενες ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά ενισχύουν την εκτίμηση ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η τάση αυτή απειλεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθιστώντας παράλληλα λιγότερο ελκυστικές τις μετοχές, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων περιορίζουν την αξία των μελλοντικών εταιρικών κερδών.
Η δημοπρασία πενταετών αμερικανικών ομολόγων που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα κατέγραψε τη δεύτερη χειρότερη επίδοση από το 2018 και μετά, αναδεικνύοντας την πίεση που δέχεται η Ουάσιγκτον καθώς καλείται να διαχειριστεί το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης χρέους ύψους περίπου 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Τα κρατικά ομόλογα παγκοσμίως έχουν καταγράψει απώλειες της τάξης του 2,4% φέτος, σε σύγκριση με κέρδη 6,8% πέρυσι, σύμφωνα με τον δείκτη του Bloomberg. Την Τετάρτη, ο δείκτης σημείωσε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από τον Μάιο.
Πρόκειται για άλλη μια υπενθύμιση του τέλους της εποχής των χαμηλών αποδόσεων, καθώς οι αγορές καλούνται να διαχειριστούν τις πληθωριστικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, την εύρωστη αμερικανική οικονομία και τον καταιγισμό εκδόσεων ομολόγων από κυβερνήσεις και εταιρείες τεχνολογίας.
«Σπάνια βλέπουμε τέτοια κίνηση στην αγορά ομολόγων» τονίζει στο Bloomberg ο Dave Aspell, συν-επικεφαλής επενδύσεων της Mount Lucas Management LP, ο οποίος διατηρεί θέση «short» (στοίχημα για πτώση τιμών) σε 10ετή ομόλογα του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, του Καναδά, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. «Η Fed προχώρησε σε νέα αύξηση επιτοκίων και ο πληθωρισμός σαφώς δεν βρίσκεται εντός του στόχου. Η οικονομία παρουσιάζει καλή πορεία και οι κρατικές δαπάνες είναι υψηλές».
Οι αναλυτές της JPMorgan και της KKR εκτιμούν ότι υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, καθώς ο πληθωρισμός που οφείλεται στα ενεργειακά, το υψηλό δημόσιο χρέος και ο κίνδυνος περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από την κεντρική τράπεζα συνεχίζουν να ασκούν πίεση.
Τα συμβόλαια ανταλλαγής (swaps) αντανακλούν πλέον πλήρως τρεις αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης κατά το επόμενο έτος, με σημαντική αντιστάθμιση κινδύνου για μια τέταρτη.
Πίεση στο Λευκό Οίκο από το υψηλό κόστος δανεισμού
Το αυξανόμενο κόστος δανεισμού αποτελεί απειλή για την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς διογκώνεται η δυσαρέσκεια για τα υψηλά επιτόκια στεγαστικών δανείων και το κόστος διαβίωσης. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ζητήσει τα επιτόκια των ΗΠΑ να διαμορφωθούν στο «1% ή χαμηλότερα» και άσκησε κριτική στο διοικητικό συμβούλιο της Fed, το οποίο χαρακτήρισε «εχθρικό», για την απόφαση αύξησης των επιτοκίων.
Οι αποδόσεις των διετών κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά περισσότερες από 150 μονάδες βάσης από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων διάρκειας 30 ετών έχουν σημειώσει άνοδο άνω των 80 μονάδων βάσης.

Η συνεχιζόμενη άνοδος των αποδόσεων υπονομεύει τις προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών να μειώσει το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ διεύρυνε το πρόγραμμα επαναγοράς κρατικών ομολόγων στα μέσα Αυγούστου σε μια προσπάθεια να μετριάσει τις πιέσεις, αν και το μέτρο αυτό είχε ελάχιστο διαρκές αντίκτυπο στην αγορά.
Η επιχείρηση επαναγοράς αφορά χρέος ύψους έως και 6 δισ. δολαρίων με λήξη σε 20 έως 30 χρόνια — ποσό τριπλάσιο από αυτό που είχε αρχικά προγραμματιστεί. Η πρώτη διευρυμένη επαναγορά, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου και αφορούσε χρέος 6 δισ. δολαρίων με λήξη σε 10 έως 20 χρόνια, απέφερε τελικά μόλις 5,2 δισ. δολάρια και ενέτεινε το κύμα ρευστοποιήσεων, καθώς ενίσχυσε τις αμφιβολίες για το κατά πόσον οι επαναγορές μπορούν να περιορίσουν την άνοδο των αποδόσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνάμεις που διαμορφώνουν την κατάσταση, «τα ομόλογα συμπεριφέρονται, στην πραγματικότητα, ορθολογικά», τονίζει η Amy Xie Patrick, διαχειρίστρια κεφαλαίων στην Pendal Group.






































