Τα τελευταία δύο χρόνια, ο αριθμός των ιαπωνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 20%. Μιλάμε για περισσότερες από 4.000 ιαπωνικές επιχειρήσεις που έχουν εγκαταλείψει τη γειτονική χώρα.
Η επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Πεκίνου και Τόκιο και η αυξανόμενη χρόνο με τον χρόνο δυσπιστία της μιας κυβέρνησης έναντι της άλλης, είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στην εκατέρωθεν απομάκρυνση των δύο μεγαλύτερων ασιατικών οικονομιών. Αλλά δεν είναι ο μόνος.
Η εταιρεία επιχειρηματικών μελετών Teikoku Databank σε πρόσφατη μελέτη της αποκάλυψε ότι μόνο 10.118 ιαπωνικές εταιρείες εξακολουθούσαν να λειτουργούν στη χώρα από το καλοκαίρι του 2026. Αυτός είναι ο χαμηλότερος αριθμός που έχει καταγραφεί από το 2010, από τότε που η Teikoku Databank ξεκίνησε να καταγράφει στατιστικά στοιχεία.
Ένας έρχεται, τέσσερις φεύγουν
Η Κίνα βέβαια είναι το εργοστάσιο του πλανήτη. Και μια τόσο βιομηχανοποιημένη χώρα σαν την Ιαπωνία δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη για το εργοστάσιο αυτό, με το οποίο εξάλλου γειτνιάζει. Αρκεί να διαπλεύσει την Ανατολική Κινεζική Θάλασσα για να το φτάσει – άλλοι διανύουν δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα για να μετεγκαταστήσουν την παραγωγή τους εκεί. Όμως μια συγκυρία διπλωματικών, οικονομικών και διεθνών εμπορικών εξελίξεων οδηγεί όλο και περισσότερους Ιάπωνες επιχειρηματίες προς την έξοδο ή στην αναζήτηση εναλλακτικών σε άλλες ασιατικές χώρες.
Τα τελευταία δύο χρόνια η Teikoku Databank έχει εντοπίσει 1.221 νεοεισερχόμενους Ιάπωνες επιχειρηματίες στην κινεζική αγορά. Είναι ο χαμηλότερος αριθμός νέων αφίξεων που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα. Ακόμα και στο αποκορύφωμα της πανδημίας Covid, ήταν περισσότερες οι ιαπωνικές εταιρείες που είχαν μπει στην Κίνα.
Ταυτόχρονα η Teikoku Databank κατέγραψε 4.137 αναχωρήσεις Ιαπώνων από την Κίνα. «Συνολικά, ο αριθμός των ιαπωνικών εταιρειών στην Κίνα έχει μειωθεί κατά 2.916 ή κατά 22,4% σε σύγκριση με το 2022», εξηγούν οι ερευνητές. Από την κορύφωση των ιαπωνικών επενδύσεων στην Κίνα το 2012, αυτή η μείωση έχει φτάσει σε ποσοστό σχεδόν στο 30%.
Ακίνητα, παραγωγή και δασμοί
Η Teikoku αποδίδει τη «μεγάλη έξοδο» των ιαπωνικών εταιρειών στην επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Κίνα. Και την επιβράδυνση αυτή αποδίδει στην κρίση των ακινήτων. «Η ιδιωτική ζήτηση εξακολουθεί να παρεμποδίζεται από την κρίση των ακινήτων, η οποία προκαλεί βαθιά ανησυχία στους καταναλωτές. Οι κινεζικές οικογένειες έχουν επενδύσει σχεδόν το 70% του πλούτου τους σε ακίνητα, η αξία των οποίων απομειώνεται εδώ και χρόνια. Ως εκ τούτου, τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους», αναφέρεται στην έκθεση.
Για παράδειγμα οι ερευνητές αναφέρουν την κάθετη κάμψη κατά περισσότερο από 20% που κατέγραψαν το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε ετήσια βάση οι πωλήσεις αυτοκινήτων στην Κίνα.
Ένας άλλος σπουδαίος λόγος για τη φυγή των ιαπωνικών εταιρειών είναι η αύξηση του κόστους παραγωγής στην Κίνα. «Μεταξύ 2024 και 2026, ο αριθμός των ιαπωνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στην κατασκευή προϊόντων μειώθηκε από 5.139 σε 4.206», εξηγεί η Teikoku Databank. «Αυτή η μείωση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε τομείς εντάσεως εργασίας», τονίζει η μελέτη και αναφέρει ως παραδείγματα τους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, του επίπλου και της κατασκευής μικρών βιομηχανικών εξαρτημάτων.
Τέλος, σε τοπικό επίπεδο οι ιαπωνικές εταιρείες παραπονούνται επίσης για τον αντίκτυπο των αμερικανικών δασμών στα κέρδη τους. Τα μέτρα οικονομικού προστατευτισμού που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ επιβαρύνουν αυτόματα τις πωλήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί από ιαπωνικές εταιρείες στην Κίνα.
«Ως εκ τούτου οι ιαπωνικές εταιρείες που παράγουν στην Κίνα προσπαθούν να αναδιοργανωθούν, αλλά η μεταφορά των γραμμών παραγωγής σε άλλες τοποθεσίες στην Ασία απαιτεί χρόνο», γράφει χαρακτηριστικά ο ανταποκριτής της γαλλικής «Les Echos» στο Τόκιο, Γιαν Ρουσό.
«Κίνα συν ένα»
Η εικόνα, όπως την περιγράφει ο Γάλλος ανταποκριτής έχει ως εξής: από τη μια πλευρά οι μεγάλες ιαπωνικές εταιρείες διστάζουν να εγκαταλείψουν την κινεζική αγορά λόγω του μεγέθους της, που την καθιστά στρατηγικής σημασίας.
Από την άλλη πλευρά, μεγάλες και μικρές ιαπωνικές εταιρείες επισημαίνουν την ανάγκη προστασίας τους από τους αυξανόμενους κινδύνους στη χώρα. Και όσες μπορούν, ακόμα κι αν διατηρούν μέρος της παραγωγής τους στην Κίνα, επεκτείνονται και αλλού στην Ασία, ιδιαίτερα στην Ταϊλάνδη, την Ινδία και την Ινδονησία.
Είναι η περίφημη στρατηγική «Κίνα συν ένα», όπως την περιέγραψαν οι ερευνητές της Teikoku Databank. Αναφερόμενη στην πρόσφατη επιδείνωση των σινο-ιαπωνικών σχέσεων, η Teikoku επισημαίνει απειλές και για τις αλυσίδες εφοδιασμού και καταγράφει μια τάση των Ιαπώνων να αποφεύγουν πλέον την υπερβολική εξάρτηση από την Κίνα και να αναζητούν εναλλακτικές.
Τακαΐτσι και Ταϊβάν
Εν τω μεταξύ, «διατηρώντας μια ψυχρή διπλωματική στάση απέναντι στο Τόκιο, ο Σι Τζινπίνγκ από τον Νοέμβριο του 2025 κλιμακώνει τα οικονομικά αντίποινα κατά της Ιαπωνίας», γράφει ο Γιαν Ρουσό από το Τόκιο. Και εξηγεί ότι ο Κινέζος ηγέτης έχει ενοχληθεί πολύ από τα σχόλια που έκανε πέρυσι η υπερσυντηρητική πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σαναέ Τακαΐτσι ότι μια πιθανή κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα ερμηνευόταν στο Τόκιο ως «υπαρξιακή απειλή» και θα μπορούσε να απαιτήσει «αμυντική απάντηση» από τον ιαπωνικό στρατό.
«Για να εκφράσει την οργή του, το Πεκίνο πίεσε τα ταξιδιωτικά του γραφεία να μειώσουν την τουριστική κίνηση στο αρχιπέλαγος. Ο αριθμός των επισκεπτών στην Ιαπωνία μειώθηκε στο μισό το πρώτο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Το κομμουνιστικό καθεστώς επιβράδυνε επίσης τις παραδόσεις στην Ιαπωνία σπάνιων γαιών και εξαρτημάτων διπλής χρήσης, τα οποία χρειάζονται απεγνωσμένα οι εταιρείες τεχνολογίας για τα εργοστάσιά τους», μεταδίδει από το Τόκιο ο ανταποκριτής της «Les Echos».
Αλλά και εντός κινεζικής επικράτειας πολλοί Ιάπωνες επενδυτές παραπονούνται για «παρενοχλήσεις» από τις αρχές, «ιδίως κατά τη διάρκεια διοικητικών διαδικασιών», σύμφωνα με την Teikoku Databank. Τους κάνουν τη ζωή δύσκολη δηλαδή με την γραφειοκρατία. Επιπλέον, ορισμένοι που έχουν εγκατασταθεί μονίμως στην Κίνα ανησυχούν ακόμα και για την ασφάλεια τη δική τους και των οικογενειών τους.
«Όλοι αυτοί οι παράγοντες αναμένεται να συνεχίσουν να τροφοδοτούν αυτή την έξοδο ιαπωνικών εταιρειών από την Κίνα τα επόμενα χρόνια», καταλήγει στη μελέτη της η ιαπωνική εταιρεία συμβούλων.




































