«Ανοιγμα» στις δυτικές επιχειρησεις του αμυντικού τομέα ετοιμάζεται να κάνει το πετρελαϊκό ταμείο της Νορβηγίας (Norges Bank), αξίας 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει σήμερα αξία περίπου 21,8 τρισεκατομμύρια νορβηγικές κορόνες, ή 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που το καθιστά το μεγαλύτερο ταμείο του είδους του στον κόσμο. Με συμμετοχές σε περίπου 1,5% των εισηγμένων εταιρειών παγκοσμίως, το ταμείο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτές στη χρηματιστηριακή αγορά παγκοσμίως.
Τον Νοέμβριο του 2025, διατάχθηκε η διενέργεια αναθεώρησης των δεοντολογικών κατευθυντήριων γραμμών που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο επενδύει η Norges Bank, μετά από αντιπαραθέσεις σχετικά με την αποεπένδυση από ορισμένες ισραηλινές και αμερικανικές εταιρείες.
Την Πέμπτη, η ανεξάρτητη Επιτροπή Gjedrem υπέβαλε τα πορίσματα της αναθεώρησης στο υπουργείο Οικονομικών της Νορβηγίας. Περιλάμβανε μια σύσταση για ριζική αλλαγή στην προσέγγιση του ταμείου όσον αφορά τις επενδύσεις στον τομέα της άμυνας, υποστηρίζοντας ότι «η Norges Bank πρέπει να είναι προετοιμασμένη για καταστάσεις όπου οι συγκρούσεις κλιμακώνονται σε πόλεμο».
Οπως αναφέρει το CNBC, oι ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας απαγορεύουν στο ταμείο να πραγματοποιεί επενδύσεις σε εταιρείες όπως η Airbus , η BAE Systems
, η Boeing , η BWX Technologies και η Lockheed Martin καθώς συμβάλλουν στην κατασκευή πυρηνικών όπλων.
Το ταμείο κατέχει ωστόσο ορισμένες μετοχές εταιρειών του τομέα της άμυνας, μεταξύ των οποίων ένα μερίδιο 2,3% στη γερμανική Rheinmetall
και ένα μερίδιο 1,5% στην ιταλική Leonardo.
Η Επιτροπή Gjedrem δήλωσε την Πέμπτη ότι, αν και το κριτήριο των πυρηνικών όπλων πρέπει να διατηρηθεί, «το πεδίο εφαρμογής του πρέπει να αλλάξει», επιτρέποντας μια πιο ευέλικτη στρατηγική.
«Το Ταμείο δεν πρέπει να επενδύει σε εταιρείες που παράγουν πυρηνικά όπλα, εκτός εάν η εταιρεία εδρεύει σε κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) και είναι σύμμαχος της Νορβηγίας», ανέφερε στην έκθεσή της.
«Επομένως, μπορούν να συμπεριληφθούν εκ νέου αρκετές ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες που παράγουν εξαρτήματα για πυρηνικά όπλα».




































