Με το «ξεπούλημα» των ομολόγων παγκοσμίως να έχει οδηγήσει το κόστος δανεισμού σε υψηλά δεκαετιών, την ώρα που το παγκόσμιο κρατικό και ιδιωτικό χρέος κυμαίνεται στα ιστορικά υψηλά των 365 τρισ. δολ. και με τις δημοσιονομικές αντοχές αρκετών οικονομιών να δείχνουν περιορισμένες, εν μέσω των αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων, έντονο σκεπτικισμό στην αγορά, προκαλούν στην τρέχουσα συγκυρία, τα περιθώρια αντίδρασης των Αρχών στην σε περίπτωση μίας νέας μεγάλης κρίσης
Όπως παρατηρεί η Deutsche Bank, για αρκετές δεκαετίες οι χρηματοπιστωτικές αγορές και η ευρύτερη οικονομία επωφελούνταν από ένα άτυπο «δίχτυ ασφαλείας». Σε περίπτωση επιβράδυνσης ή ύφεσης των οικονομιών, οι κεντρικές τράπεζες μέσω της νομισματικής τους πολιτικής μείωναν δραστικά τα επιτόκια και προχωρούσαν σε ποσοτική χαλάρωση (QE), ενώ οι κυβερνήσεις αύξαναν τα ελλείμματα μέσω της δημοσιονομικής χαλάρωσης για να στηρίξουν τους πολίτες και τις οικονομίες. Αυτοί οι σταθεροποιητικοί μηχανισμοί εξομάλυναν τον οικονομικό κύκλο, στηρίζοντας επίσης τις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων.
Οι παρεμβάσεις αυτές άρχισαν να θεωρούνται όλο και περισσότερο αυτονόητες από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και γίνονταν πιο επιθετικές σε κάθε νέα κρίση. Η τάση αυτή κορυφώθηκε μάλιστα κατά την πανδημία της COVID-19, όταν οι κυβερνήσεις αύξησαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα χωρίς προηγούμενο σε καιρό ειρήνης, ενώ πολλές κεντρικές τράπεζες διεύρυναν τους ισολογισμούς τους μέσω τεράστιων αγορών περιουσιακών στοιχείων.
Ομως, ύστερα από μια εποχή ολοένα μεγαλύτερων παρεμβάσεων, αυτοί οι παλιοί σταθεροποιητικοί μηχανισμοί αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρά εμπόδια. Στο δημοσιονομικό πεδίο, η δυνατότητα παρεμβάσεων περιορίζεται σήμερα από την αύξηση του κόστους δανεισμού, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων βρίσκονται σε υψηλά δεκαετιών όπως και οι δείκτες χρέους πολλών οικονομιών. Παράλληλα, η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών στον τομέα των επιτοκίων περιορίζεται από έναν επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος οφείλεται όλο και περισσότερο στην πλευρά της προσφοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο σήμερα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα δυσκολευτούν πολύ περισσότερο να σταθεροποιήσουν πλέον τον οικονομικό κύκλο, καθώς, αν δεν σημειωθεί απότομη πτώση των αποδόσεων των ομολόγων ή κατάρρευση των πληθωριστικών προσδοκιών, η μακροοικονομική μεταβλητότητα θα παραμείνει στα ύψη τα επόμενα χρόνια.
Ο κόσμος εξάλλου μετά την πανδημία έχει αλλάξει, καθώς έχουμε εισέλθει σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον, με τον πληθωρισμό να κινείται υψηλότερα των στόχων σε πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Αρχικά, αυτό προκλήθηκε από ένα τεράστιο κύμα συσσωρευμένης ζήτησης μετά την πανδημία, σε συνδυασμό με διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις αγορές εργασίας.
Τα επόμενα χρόνια, ωστόσο, έφεραν και νέα σοκ, όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις αρχές του 2022, η οποία προκάλεσε μεγάλη άνοδο στις ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας και οδήγησε για σύντομο διάστημα τον πληθωρισμό της ευρωζώνης πάνω από το 10%. Το 2026, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτέλεσε ένα νέο ενεργειακό σοκ, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο τον πληθωρισμό από τον στόχο και συμβάλλοντας σε έναν νέο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες.
Παράλληλα με αυτά τα σοκ, οι διαρθρωτικές δυνάμεις που συγκρατούσαν τον πληθωρισμό έχουν αντιστραφεί. Για παράδειγμα, οι δημογραφικές τάσεις έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας σε πολλές περιοχές. Ταυτόχρονα, η παγκοσμιοποίηση έχει ανακοπεί και το βάρος έχει μετατοπιστεί στη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε κοντινές χώρες και στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ο κύκλος σύσφιγξης του 2022-2023 αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο, επειδή ο υψηλός πληθωρισμός σήμαινε ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθεροποιητής απέναντι στις πιέσεις στην ανάπτυξη ή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σήμερα, βρισκόμαστε σε έναν παγκοσμίως συγχρονισμένο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων, με τη Fed, την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Ιαπωνίας να έχουν όλες προχωρήσει σε αυξήσεις.
Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, η παγκόσμια ανάπτυξη έχει παραμείνει ισχυρή και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες εξακολουθούν να είναι υποστηρικτικές με βάση τα ιστορικά δεδομένα. Επειδή όμως ο πληθωρισμός παραμένει σαφώς πάνω από τον στόχο, οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν το περιθώριο που διέθεταν πριν από την πανδημία να μειώνουν άμεσα τα επιτόκια με την πρώτη δυσκολία, ενώ ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών είναι πολύ μεγαλύτερος ιδίως αν προκύψει κάποιο νέο σοκ. Ετσι τα διλήμματα της οικονομικής πολιτικής σήμερα είναι πλέον πιο έντονα και, αν η προληπτική σταθεροποίηση δεν είναι πια διαθέσιμη, τότε αναμένεται υψηλότερη μακροοικονομική μεταβλητότητα.



































