Ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή μετά τα απανωτά ρεκόρ αφίξεων. Το μεγάλο «στοίχημα» για τη χώρα δεν είναι πλέον μόνο η αύξηση των τουριστών, αλλά η διατήρηση και ενίσχυση της τουριστικής δαπάνης σε ένα περιβάλλον έντονων πληθωριστικών πιέσεων και μεταβαλλόμενων καταναλωτικών προτύπων.
Παρά την αισιοδοξία που προκάλεσε η ανάκαμψη μετά την πανδημία, τα δεδομένα της περιόδου 2015-2024 αποκαλύπτουν μια ανησυχητική τάση: η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) των τουριστών σημείωσε οριακή μείωση 1,2% σε βάθος δεκαετίας, υποχωρώντας από τα €579,6 το 2015 στα €572,8 το 2024 και υπάρχει εξήγηση για αυτό.
Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα, 2015-2024
Η εμπεριστατωμένη έρευνα του Ινστιτούτου Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) φέρνει στο «φως» μια σειρά από κρίσιμους δείκτες για τις γενικότερες επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού που χρήζουν ενδελεχής μελέτης.
Η εξεταζόμενη περίοδος που αναλύεται χωρίζεται σε τρεις διακριτές περιόδους, πριν την πανδημία (2015-2019), κατά την οξεία φάση της πανδημίας (2020 και 2021) και μετά την πανδημία (2022-2024).

Συνέδριο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ)
Πριν την πανδημία
Την περίοδο πριν την πανδημία, η εικόνα στους επιμέρους δείκτες ήταν μικτή, με την Μέση Διάρκεια Παραμονής (ΜΔΠ) να εμφανίζει μείωση κατά -5,4% (από 7,8 διανυκτερεύσεις το 2015 σε 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019) και έτσι, παρά την αύξηση της Μέσης Δαπάνης ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) κατά +2,9% (από € 73,9 το 2015 σε € 76,1 το 2019), η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη (ΜΚΔ) κατέγραψε μείωση κατά -2,7% (από € 579,6 το 2015 σε € 564,0 το 2019).
Η μείωση της ΜΚΔ οφείλεται στην αλλαγή του μίγματος αγορών που είχε συντελεστεί κατά την συγκεκριμένη περίοδο, με μείωση των παραδοσιακών μας αγορών (αφίξεις: από 37,0% το 2015 σε 36,5% το 2019 και εισπράξεις: από 49,2% το 2015 σε 46,1% το 2019).
Στην συγκεκριμένη εξέλιξη, διαδραμάτισε ρόλο και η αύξηση του μεριδίου για διακοπές τουρισμού πόλης (City Break) κυρίως στην Αθήνα η οποία έχει καταστεί διεθνής προορισμός για τέτοια ταξίδια. Τα ταξίδια αυτά έχουν παραδοσιακά χαμηλότερη διάρκεια παραμονής από τους παραθεριστικούς προορισμούς και άρα και τουριστική δαπάνη.
Στην οξεία φάση της πανδημίας
Κατά την οξεία φάση της πανδημίας, οι τρεις παραπάνω δείκτες εμφάνισαν θετικό πρόσημο. Ειδικότερα, η ΜΔΠ εμφάνισε αύξηση κατά +20,5% (από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 8,9 διανυκτερεύσεις το 2021) όπου σε συνδυασμό με την αύξηση της ΜΔΔ κατά +3,4% (από € 76,1 το 2019 σε € 78,6 το 2021) οδήγησαν σε αύξηση της ΜΚΔ κατά +24,5% (από € 564,0 το 2019 σε € 702,4 το 2021).
Η εξέλιξη αυτή, ήταν αποτέλεσμα του επιτυχημένου ανοίγματος που έκανε η Ελλάδα στην τουριστική αγορά και του ισχυρού αισθήματος ασφάλειας που εμπεδώθηκε στο τουριστικό κοινό από την αποτελεσματική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης και την έγκαιρη εφαρμογή πρωτοκόλλων, καθιστώντας την ως έναν από τους πλέον αξιόπιστους και ελκυστικούς προορισμούς κατά την πανδημική κρίση. Αυτό οδήγησε σε αύξηση όλους τους δείκτες λόγω της αλλαγής του μίγματος αγορών, με αύξηση του μεριδίου των παραδοσιακών μας αγορών (αφίξεις: από 36,5% το 2019 σε 48,6% το 2021 και εισπράξεις: από 46,1% το 2019 σε 55,3% το 2021), που έχουν υψηλότερη τουριστική δαπάνη, και μείωση των όμορων βαλκανικών αγορών (αφίξεις: από 26,1% το 2019 σε 17,6% το 2021 και εισπράξεις: από 8,5% το 2019 σε 7,3% το 2021) που έχουν χαμηλότερη τουριστική δαπάνη.
Επίσης, η αύξηση την περίοδο εκείνη των ταξιδιών για διακοπές παραθερισμού και επίσκεψη σε φίλους και συγγενείς, που έχουν υψηλότερη δαπάνη λόγω υψηλότερης διάρκειας παραμονής, και η μείωση για ταξίδια City Break, που έχουν χαμηλή ΜΔΠ, οδήγησαν σε αύξηση της ΜΔΠ και άρα της τουριστικής δαπάνης.

Το επιτυχημένο άνοιγμα της Ελλάδας στην τουριστική αγορά την περίοδο της οξείας φάσης της πανδημίας
Μετά την πανδημία
Η ομαλοποίηση της κατάστασης στην ταξιδιωτική βιομηχανία από το 2022 και έπειτα, οδήγησε σε μείωση της ΜΔΠ κατά -28,1% (από 8,9 διανυκτερεύσεις το 2021 σε 6,4 διανυκτερεύσεις το 2024) όπου παρά την αύξηση της ΜΔΔ κατά +13,4% (από € 78,6 το 2021 σε € 89,1 το 2024), η ΜΚΔ εμφάνισε μείωση κατά -18,5% (από € 702,4 το 2021 σε € 572,8 το 2024).
Οι κυριότεροι λόγοι μείωσης της ΜΚΔ από το 2022 και έπειτα είναι:
• η μείωση του μεριδίου (Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία) των παραδοσιακών αγορών μας (αφίξεις: από 48,6% το 2021 σε 41,7% το 2024 και εισπράξεις: από 55,3% το 2021 σε 48,9% το 2024)2, και η αύξηση του μεριδίου των όμορων βαλκανικών αγορών και αγορών της Ανατολικής Ευρώπης (αφίξεις: από 17,6% το 2021 σε 21,6% το 2024 και εισπράξεις: από 7,3% το 2021 σε 7,4% το 2024),
• η αύξηση του μεριδίου των ταξιδιών με σκοπό ταξιδιού τον Τουρισμό Πόλης (City Break), που έχουν χαμηλότερη Μέση Διάρκεια Παραμονής και άρα χαμηλότερη κατά Κεφαλή Δαπάνη,
• στην μείωση του μεριδίου για ταξίδια παραθερισμού, που έχουν υψηλότερη μέση διάρκεια παραμονής και άρα υψηλότερη κατά Κεφαλή Δαπάνη και
• οι πληθωριστικές πιέσεις που επιδεινώνουν τα οικονομικά των νοικοκυριών και άρα το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας τα σε πιο συγκρατημένες επιλογές, κυρίως στην διάρκεια των διακοπών και όχι στην πρόθεση για να ταξιδέψουν.
Αυτό διαφαίνεται και από τα στοιχεία της ΤτΕ τα οποία καταγράφουν από το 2021 και έπειτα μια κλιμακούμενη μείωση στην Μέση Διάρκεια Παραμονής με την ΜΔΠ το 2024 να βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο από την έναρξη της Έρευνας Συνόρων.
Τα τελευταία δέκα χρόνια
Συνοπτικά, η μείωση της Μέσης κατά Κεφαλή Δαπάνης (ΜΚΔ) κατά € -6,9 /-1,2% τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα (από € 579,6 το 2015 σε € 572,8 το 2024), οφείλεται αποκλειστικά στην μείωση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής (ΜΔΠ) κατά -1,4 διανυκτερεύσεις/-18,0% (από 7,8 διανυκτερεύσεις το 2015 σε 6,4 διανυκτερεύσεις το 2025), αφού η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση κατέγραψε για την ίδια περίοδο αύξηση κατά +20,6% ή € 15,2 (από € 73,9 το 2015 σε € 89,1 το 2024).
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, «η αύξηση της ημερήσιας δαπάνης των τουριστών συνοδεύεται από μείωση της διάρκειας των ταξιδιών τους, κάτι που αποτελεί ένδειξη είτε ότι η αύξηση του κόστους διακοπών ανά ημέρα οδηγεί σε περιορισμό της διάρκειας των διακοπών (με αποτέλεσμα να περιοριστεί αντίστοιχα και το συνολικό κόστος) είτε και ότι οι διακοπές σύντομης διάρκειας, τύπου city break κ.λπ. κερδίζουν μερίδιο αγοράς έναντι των διακοπών παραθερισμού που έχουν μεγαλύτερη δαπάνη λόγω μεγαλύτερης διάρκειας».
Ελλάδα vs Ισπανία
Σε σχέση με τη Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη στη χώρα μας, το IΝΣΕΤΕ πραγματοποίησε και συγκριτική μελέτη με την Ισπανία, χώρα ανταγωνιστική με την Ελλάδα και πρώτη τουριστική δύναμη της Μεσογείου.
Προσαρμόζοντας τις δημοσιευμένες ΜΚΔ της Ισπανίας και της Ελλάδας, προκειμένου να εκτιμηθεί η ΜΚΔ που αφορά μόνο σε επισκέπτες με διανυκτέρευση και αποκλειστικά για το μέρος της δαπάνης που κατέληξε στην κάθε χώρα και εξαιρώντας την δαπάνη για το αεροπορικό ή ακτοπλοϊκό εισιτήριο η προσαρμοσμένη ΜΚΔ της Ισπανίας για το 2023 και το 2024 μετριέται σε € 701 και €738, ενώ αντίστοιχα της Ελλάδας σε € 654, και € 624.
Συνεπώς, μετά τις προσαρμογές που επιτρέπουν άμεση σύγκριση, η διαφορά υπέρ της Ισπανίας συρρικνώνεται σημαντικά.
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη αν και η διαφορά της ΜΚΔ μεταξύ της Ελλάδας και της Ισπανίας περιορίζεται σημαντικά, η διαφορά υπέρ της Ισπανίας για την Προσαρμοσμένη ΜΚΔ το 2024 διευρύνεται περαιτέρω, αυξανόμενη κατά σχεδόν 2,4 φορές σε σύγκριση με το 2023, ενώ αποτελεί και την υψηλότερη διαφορά από το 2018 που διαθέτουμε στοιχεία. Συνοπτικά, αν και οι Προσαρμοσμένες ΜΚΔ αποκαλύπτουν μια πιο μικρή διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας, το 2024 η διαφορά διευρύνεται περαιτέρω και μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας επταετίας.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας
2019 – 2024
Η διεύρυνση της διαφοράς μεταξύ της Προσαρμοσμένης ΜΚΔ Ισπανίας και Ελλάδα από το 2019 στο 2024 οφείλεται σε μεγαλύτερη αύξηση της ΜΔΔ στην Ισπανία σε σχέση με την Ελλάδα αλλά και στο οτι η ΜΔΠ στην Ισπανία παρουσίασε μικρή αύξηση ενώ στην Ελλάδα μείωση.
Η μείωση της ΜΔΠ στην Ελλάδα μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση του μεριδίου των ταξιδίων City Break έναντι των διακοπών παραθερισμού και των ταξιδίων σε φίλους & συγγενείς που έχουν μεγαλύτερη δαπάνη λόγω μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά και στην ευρύτερη τάση για ταξίδια συντομότερης διάρκειας.
Επίσης, η Ισπανία έχει μια μακροχρόνια καμπάνια προσέλκυσης «κοσμοπολίτικου» κοινού, δηλαδή επισκεπτών που καθορίζουν τις καταναλωτικές τάσεις, οι οποίοι είναι πιθανό να ξοδέψουν περισσότερα στον προορισμό (…).
Μέρος της διαφοράς στην Προσαρμοσμένη ΜΚΔ οφείλεται και στο ότι η Ελλάδα δέχεται σημαντικό αριθμό τουριστών από τις όμορες βαλκανικές χώρες και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κάτι που δεν ισχύει για την Ισπανία η οποία αντίθετα δέχεται σημαντικά υψηλότερο αριθμό long haul επισκεπτών, δηλαδή με υψηλή ΜΚΔ, από Λατινική Αμερική και Ασία.
Πηγή: in.gr
































![Ινδία: Η υπόσχεση Μόντι στον Τραμπ για το ρωσικό πετρέλαιο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/trump-modi-scaled.jpg)





