Εταιρικές συγχωνεύσεις: Η Ευρώπη θα πρέπει να το σκεφτεί δύο φορές πριν χαλαρώσει τους κανόνες της

Μια αυστηρή πολιτική ανταγωνισμού δεν αποτελεί εμπόδιο για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, τονίζει ο Economist

Εταιρικές συγχωνεύσεις: Η Ευρώπη θα πρέπει να το σκεφτεί δύο φορές πριν χαλαρώσει τους κανόνες της

Μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας επικρατεί στις ευρωπαϊκές εταιρείες που αφορά στο γεγονός ότι πλέον αυτές που κατατάσσονται μεταξύ των κορυφαίων εταιρειών του κόσμου δεν μετριώνται ούτε στα δάκτυλα του ενός χεριού. Πολλές από αυτές τις εταιρείας της Ευρώπης επισκιάζονται τόσο από τους τεχνολογικούς κολοσσούς των ΗΠΑ όσο και από τους βιομηχανικούς γίγαντες της Κίνας.

Όπου η αγορά είναι πλήρως ενοποιημένη, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να επιτύχουν αποτελέσματα παγκόσμιας εμβέλειας, κατά τον Economist

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φιλοξενεί μόνο τρεις από τις 50 κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας παγκοσμίως, με βάση την κεφαλαιοποίηση της αγοράς· η μεγαλύτερη τράπεζά της κατατάσσεται 16η παγκοσμίως. Για να διαλύσουν αυτή την απαισιοδοξία, ορισμένοι πιστεύουν ότι η αυστηρή πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης χρειάζεται ανανέωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία επιβάλλει τους κανόνες αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, θα δημοσιεύσει σύντομα σχέδιο κατευθυντήριων γραμμών που αναμένεται να είναι πιο επιεικείς. Η ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να αναπτυχθούν είναι ένας αξιέπαινος στόχος, εκτιμά ο Economist προσθέτοντας ότι μια πιο χαλαρή πολιτική ανταγωνισμού δεν θα το πετύχαινε.

Η συζήτηση σχετικά με τον σκοπό της ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού είναι τόσο παλιά όσο και το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η θεωρητική άποψη, η οποία κατέληξε να κυριαρχήσει, είναι ότι μια ισχυρή πολιτική ανταγωνισμού εξυπηρετεί τους καταναλωτές, την ανάπτυξη και την καινοτομία, διασφαλίζοντας ότι καμία εταιρεία δεν θα αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στην αγορά της. Μια πιο πολιτική άποψη είναι ότι θα πρέπει να εξυπηρετεί ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής ασφάλειας και της βιομηχανικής πολιτικής.

Καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιδιώκουν να προετοιμάσουν την ήπειρο για πιο δύσκολες γεωπολιτικές συγκυρίες, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η πολιτική άποψη κερδίζει έδαφος. Ο Μάριο Ντράγκι, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, υποστήριξε στη βαρυσήμαντη έκθεσή του ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να αλλάξει για να υποστηρίξει την καινοτομία και να διασφαλίσει τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας τους «ευρωπαϊκούς πρωταθλητές» και «κατευθυντήριες γραμμές για τις συγχωνεύσεις που αντανακλούν τις πραγματικότητες της παγκόσμιας αγοράς, όχι μόνο της ευρωπαϊκής».

Χαλάρωση ή όχι της πολιτική ανταγωνισμού;

Η χαλάρωση της πολιτικής ανταγωνισμού θα ήταν λανθασμένη, όπως εκτιμά ο Economist που αποδίδει τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις όχι στους κανόνες των συγχωνεύσεων, αλλά στους τοπικιστές πολιτικούς και σε μια ποικιλία άλλων κανονισμών, όπως δείχνουν τα παραδείγματα του τραπεζικού τομέα, των τηλεπικοινωνιών και της άμυνας.

Στον κλάδο των τραπεζών, η απουσία μεγάλων πανευρωπαϊκών πιστωτικών ιδρυμάτων δεν οφείλεται στις αντιμονωπωλιακές ρυθμιστικές αρχές που ελέγχουν το καθεστώς ανταγωνισμού. Ο τραπεζικός τομέας παραμένει μια εθνική αγορά. Οι τοπικές εποπτικές αρχές εμποδίζουν τις τράπεζες να μεταφέρουν κεφάλαια και ρευστότητα απρόσκοπτα μεταξύ ενός μητρικού ιδρύματος και των ξένων θυγατρικών του. Δεν υπάρχει ακόμη ενιαίο σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Και οι πολιτικοί προστατεύουν σθεναρά τους εθνικούς πρωταθλητές, όπως δείχνει η απόπειρα της UniCredit, μιας ιταλικής τράπεζας, να εξαγοράσει την Commerzbank στη Γερμανία. Η γερμανική κυβέρνηση αντιτίθεται στη συγχώνευση, υποστηρίζοντας ότι θα υπονόμευε τη χρηματοδότηση των Mittelstand, των γερμανικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ένα άλλο ενδιαφέρον συγκριτικό στοιχείο είναι ότι οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν το 54% του συνολικού ενεργητικού του κλάδου τους, σε σύγκριση με το 38% στην ΕΕ.

Ούτε ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών αποτελεί μια πραγματικά ενοποιημένη αγορά, όπως υπογραμμίζει ο Economist. Οι δημοπρασίες ραδιοφάσματος διεξάγονται κυρίως σε εθνικό επίπεδο, όπως και οι κανόνες που αφορούν την ασφάλεια, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και άλλα παρόμοια θέματα. Πάνω από 270 ρυθμιστικές αρχές εποπτεύουν τα ψηφιακά δίκτυα σε ολόκληρη την ΕΕ. Όσο ένας πελάτης στη Γαλλία δεν μπορεί να αγοράσει εύκολα υπηρεσίες από έναν πάροχο της Εσθονίας, οι συγχωνεύσεις είναι πιθανό να ενισχύσουν τη δύναμη στην αγορά και να οδηγήσουν σε αύξηση των τιμών. Σε εταιρικό επίπεδο, οι AT&T, Comcast, T-Mobile και Verizon αντιπροσωπεύουν το 94% της αμερικανικής αγοράς τηλεπικοινωνιών, ενώ οι 17 κορυφαίες εταιρείες κατέχουν το ίδιο μερίδιο στην ΕΕ. Ακόμη και σε εθνικό επίπεδο, ο ευρωπαϊκός κλάδος τηλεπικοινωνιών είναι συνήθως λιγότερο συγκεντρωμένος από ό,τι στις ΗΠΑ.

Ο τομέας της άμυνας, το τρίτο παράδειγμα που επικαλείται ο Economist, είναι εξίσου κατακερματισμένος, παρόλο που η πολιτική ανταγωνισμού έχει ήδη χαλαρώσει. Ο κύριος λόγος είναι ότι οι κυβερνήσεις θέλουν να διατηρήσουν τον αυστηρό έλεγχο των αμυντικών βιομηχανιών τους. Περισσότερες πανευρωπαϊκές προμήθειες και μια δόση ανταγωνισμού από startup επιχειρήσεις θα συνέβαλαν πολύ περισσότερο στην τόνωση τόσο της καινοτομίας όσο και της ενοποίησης.

Περιορισμένο περιθώριο συγχωνεύσεων

Ένα άλλο πρόβλημα είναι επίσης ότι υπάρχουν πολλοί κλάδοι στην ΕΕ όπου το περιθώριο για περαιτέρω συγκέντρωση είναι περιορισμένο.

Ο Εconomist εξέταση τη συγκέντρωση μεταξύ των εισηγμένων εταιρειών σε 40 κλάδους. Σε 22 περιπτώσεις, οι τέσσερις μεγαλύτερες εταιρείες με βάση τις πωλήσεις κατείχαν πάνω από τα τρία τέταρτα του συνολικού όγκου του κλάδου στην ΕΕ, σε σύγκριση με 16 τέτοιες περιπτώσεις στις ΗΠΑ. Σε εννέα περιπτώσεις, μόλις δύο εταιρείες αντιπροσώπευαν τα τρία τέταρτα των πωλήσεων, σε σύγκριση με έξι περιπτώσεις στις ΗΠΑ.

Ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η SAP, κατασκευαστής λογισμικού για επιχειρήσεις, και η BASF, ένας κολοσσός στον τομέα των χημικών, κυριαρχούν στους κλάδους τους. Το να επιτραπεί σε εταιρείες που ήδη κατέχουν δεσπόζουσα θέση να εξαγοράσουν ό,τι έχει απομείνει από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές θα προσφέρει ελάχιστα όσον αφορά πρόσθετες οικονομίες κλίμακας και σχεδόν σίγουρα θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για τους πελάτες.

Η ενιαία αγορά παραμένει ατελής

Κάθε παράδειγμα δείχνει ότι το εμπόδιο στην επέκταση δεν είναι η πολιτική ανταγωνισμού, αλλά το γεγονός ότι η ενιαία αγορά παραμένει ατελής. Πράγματι, όπου η αγορά είναι πλήρως ενοποιημένη, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να επιτύχουν αποτελέσματα παγκόσμιας εμβέλειας. Αρκεί να σκεφτούμε την ASML, η οποία κατέχει σχεδόν μονοπώλιο στις σημαντικότερες μηχανές κατασκευής μικροτσίπ στον κόσμο, ή εταιρείες όπως η Spotify και η SAP, που ανταγωνίζονται με επιτυχία τους παγκόσμιους αντιπάλους τους. Ο ευρωπαϊκός φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί ένα πλούσιο οικοσύστημα που αποτελείται από ερευνητικά ιδρύματα, μικρότερες νεοσύστατες επιχειρήσεις και εταιρικούς γίγαντες.

Η διασυνοριακή ενοποίηση των χρηματοοικονομικών και ψηφιακών υπηρεσιών είναι ένα πολύ πιο δύσκολο έργο από την χαλάρωση των κανόνων περί συγχωνεύσεων, κυρίως επειδή σημαίνει την ενθάρρυνση των εθνικών κυβερνήσεων να χαλαρώσουν τον έλεγχό τους. Ωστόσο, εάν η Ευρώπη επιθυμεί πραγματικά να ανταγωνιστεί στην παγκόσμια σκηνή, δεν υπάρχει υποκατάστατο για τη σκληρή δουλειά.

OT Originals
Περισσότερα από World

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο