Από την μία άκρη της γης μέχρι την άλλη, από τα χωράφια του Πουντζάμπ στην Ινδία μέχρι τις καλλιέργειες καλαμποκιού στη Μινεσότα, μια νέα παγκόσμια κρίση αρχίζει να διαμορφώνεται, καθώς οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή είναι ήδη ορατές για τους αγρότες σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κοινός είναι ο φόβος, ο οποίος μεγαλώνει μέρα με τη μέρα για τους αγρότες, καθώς αν ο πόλεμος δεν τελειώσει και οι τιμές στα λιπάσματα και την ενέργεια συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, τότε θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο η παραγωγή αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων.
5 εκατομμύρια επιπλέον άτομα στις φτωχότερες χώρες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια έως τον Ιούνιο
Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου διαπιστώνει ότι αν οι τιμές των λιπασμάτων αυξηθούν από περίπου 300–350 δολάρια ανά τόνο σε περίπου 900 -1.000 δολάρια και παραμείνουν υψηλές, οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 60% έως 100%, ωθώντας έως και 100 εκατομμύρια επιπλέον άτομα στην υποσιτισμό.

Στα ύψη οι τιμές από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
Στην αγροτική καρδιά της βόρειας Ινδίας, οι προμήθειες λιπασμάτων έχουν ήδη αρχίσει να περιορίζονται, ενώ η περίοδος φύτευσης ρυζιού πλησιάζει. Οι ελλείψεις ενέργειας και οι διακοπές ρεύματος επιδεινώνουν την κατάσταση, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί τις αποδόσεις των καλλιεργειών.
Την ίδια στιγμή, περίπου 7.000 χιλιόμετρα μακριά, στη Μινεσότα των Ηνωμένων Πολιτειών, αγρότες καθυστερούν την αγορά λιπασμάτων ελπίζοντας σε καλύτερες τιμές, κάτι όμως, που σύμφωνα με τους παραγωγούς, γρήγορα διαψεύστηκε καθώς «όλες οι τιμές εκτοξεύονται στα ύψη».
Με τη σπορά του καλαμποκιού να απέχει μόλις τρεις έως τέσσερις εβδομάδες, οι αγρότες στη Μινεσότα αντιμετωπίζουν τεράστιες απώλειες, καθώς είναι δύσκολη ακόμη και η αγορά λιπασμάτων λόγω απώλειας εισοδημάτων. «Είναι δύσκολο να βρεις πίστωση, είναι δύσκολο να βρεις μετρητά», σημειώνει αγρότης, σύμφωνα με τους FT.

Η απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια
Από τη στιγμή που το Ιράν απέκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, μια κρίσιμη ναυτιλιακή οδό που διασχίζει τον Κόλπο, το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στον κίνδυνο για τις ροές πετρελαίου. Η απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια, ωστόσο, ενδέχεται να αποτελεί εξίσου σοβαρό κίνδυνο, καθώς το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μία ήπειρο, αλλά έχει πάρει παγκόσμια διάσταση.
Ιδιαίτερα σοβαρό όμως είναι το πρόβλημα για τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, καθώς όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο πιο σοβαρή θα γίνει η διατροφική κρίση, η οποία θα έχει αντίκτυπο σε περισσότερους ανθρώπους. Χαρακτηριστικές είναι οι προβλέψεις του ΟΗΕ, ο οποίος προειδοποιεί ότι περίπου 45 εκατομμύρια επιπλέον άτομα στις φτωχότερες χώρες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια έως τον Ιούνιο — επιπλέον των 318 εκατομμυρίων που ήδη βιώνουν επισιτιστική ανασφάλεια.
Ο αντίκτυπος στον παγκόσμιο σύστημα διατροφής που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερος από την κρίση που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, λένε οι ειδικοί. Και αυτό γιατί όπως επισημαίνουν, η αρχική διαταραχή πριν από τέσσερα χρόνια επικεντρώθηκε στις εξαγωγές σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα, πριν επεκταθεί στις αγορές ενέργειας και λιπασμάτων. Αυτή τη φορά πλήττει ταυτόχρονα διάφορα τμήματα του συστήματος.

Ορατές οι συνέπειες από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
Η ρίζα της κρίσης βρίσκεται στη βαθιά διασύνδεση ενέργειας και γεωργίας και ο Κόλπος βρίσκεται στο επίκεντρο των παγκόσμιων αγορών λιπασμάτων. Η παραγωγή λιπασμάτων σε βασικές χώρες της περιοχής έχει μειωθεί ή διακοπεί, ενώ οι θαλάσσιες μεταφορές έχουν περιοριστεί δραστικά. Σημαντικά ποσοστά του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας και θείου (βασικών συστατικών των λιπασμάτων) βρίσκονται πλέον σε κίνδυνο. Το αποτέλεσμα είναι μια απότομη μείωση της προσφοράς και μια αντίστοιχη εκτόξευση των τιμών.
Ακόμα και χώρες που δεν επηρεάζονται άμεσα από την αύξηση της τιμής των λιπασμάτων, όπως οι ΗΠΑ, θα βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερες τιμές στα τρόφιμα
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Σε ολόκληρη την Ασία και την Αφρική, η αύξηση του κόστους καυσίμων και μεταφοράς έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών τροφίμων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά σε αφρικανικές χώρες όπως η Κένυα, η Σομαλία, η Τανζανία και το Σουδάν, οι οποίες εξαρτώνται ιδιαίτερα από τα λιπάσματα, οι τιμές βασικών αγαθών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 20% μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Στη Νότια Ασία, χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, καθώς εξαρτώνται από το εισαγόμενο φυσικό αέριο για την παραγωγή δικών τους λιπασμάτων. Ήδη, εργοστάσια λιπασμάτων λειτουργούν με μειωμένη δυναμικότητα ή έχουν διακόψει προσωρινά τη λειτουργία τους, ενώ οι αγρότες αναγκάζονται να περιορίσουν τη χρήση λιπασμάτων.
Όμως, ακόμα και χώρες που δεν επηρεάζονται άμεσα, όπως οι ΗΠΑ, θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις υψηλότερες τιμές. Όπως εκτιμούν οικονομικοί σύμβουλοι, ακόμη και αν η σύγκρουση τερματιστεί μέσα σε λίγες εβδομάδες, η διαταραχή στην προμήθεια λιπασμάτων από μόνη της θα προκαλέσει αύξηση του πληθωρισμού στα τρόφιμα στις ΗΠΑ από περίπου 2% σε 4% σε ετήσια βάση. Αν οι μάχες παραταθούν μέχρι το καλοκαίρι, τότε, όπως προειδοποιούν, η αύξηση θα μπορούσε να φτάσει σε διψήφια ποσοστά.
Επίσης, αναλυτές θεωρούν ότι η σημερινή κρίση ενδέχεται να αποδειχθεί σοβαρότερη από εκείνη που προκλήθηκε το 2022, όταν ο πόλεμος στην Ουκρανία διατάραξε τις εξαγωγές σιτηρών. Τότε, οι αγορές κατάφεραν να βρουν λύσεις και να προσαρμοστούν.

Οι δύσκολες αποφάσεις
Οι κυβερνήσεις βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις και ήδη αρχίζουν να δίνουν προσοχή, καθώς από την Ινδία έως την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, οι αγρότες αποτελούν βασική εκλογική βάση και οι τιμές των τροφίμων αποτελούν πολιτικό σημείο ανάφλεξης.
Για παράδειγμα στην Ινδία η κυβέρνηση ανησυχεί ότι εάν υπάρξει έλλειψη λιπασμάτων τότε οι αγρότες θα προχωρήσουν σε διαδηλώσεις, ενώ στις ΗΠΑ, καθώς η χώρα οδεύει στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, οι επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων θα μετατραπούν σε πολιτικό πρόβλημα ότι οι ελλείψεις γίνουν ορατές στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
«Από το χωράφι έως το ράφι», τα αγροτικά προϊόντα απαιτούν την ενέργεια και χωρίς αυτήν κινδυνεύουν. Το ντίζελ τροφοδοτεί τρακτέρ και θεριστικές μηχανές, φορτηγά και πλοία, ενώ η ηλεκτρική ενέργεια τροφοδοτεί τις αλυσίδες ψύξης, τα εργοστάσια άλεσης και επεξεργασίας.
Για παράδειγμα, η καλλιέργεια ρυζιού, αυτή την περίοδο χρειάζεται νερό. Στο Μπαγκλαντές όμως, οι καλλιεργητές αναφέρουν ότι έχουν περάσει μέρες από τότε που είχαν αξιόπιστη πρόσβαση σε ντίζελ, το οποίο είναι απαραίτητο για τη λειτουργία των αντλιών άρδευσης και των αλωνιστικών μηχανών. «Λίγες ακόμα ημέρες χωρίς ντίζελ και η ζημιά στις καλλιέργειες θα είναι σοβαρή», λένε χαρακτηριστικά.
Εάν οι τιμές των λιπασμάτων παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν δραματικά – σε ορισμένα σενάρια έως και 60% ή περισσότερο
Εν αναμονή μεγαλύτερων επιπτώσεων
Το μεγαλύτερο πλήγμα για το παγκόσμιο σύστημα διατροφής θα έρθει αργότερα, μέσω των αγορών λιπασμάτων.
Η σύγχρονη παραγωγή τροφίμων εξαρτάται από τρία βασικά θρεπτικά στοιχεία: άζωτο, φώσφορο και κάλιο. Το άζωτο παράγεται από φυσικό αέριο, ενώ ο φώσφορος απαιτεί θείο, ένα υποπροϊόν της διύλισης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όταν οι ενεργειακές αγορές διαταράσσονται, η παραγωγή λιπασμάτων πλήττεται άμεσα.
Σύμφωνα με συμβούλους, για τις πρώτες ύλες, το 43% του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας διατρέχει κίνδυνο λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Επίσης, περίπου το 45% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου – βασικό συστατικό των φωσφορικών λιπασμάτων – μεταφέρεται μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Εάν οι τιμές των λιπασμάτων παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν δραματικά – σε ορισμένα σενάρια έως και 60% ή περισσότερο. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους επιπλέον στην πείνα, επιδεινώνοντας μια ήδη κρίσιμη κατάσταση. Σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια, και οι αριθμοί αυτοί αναμένεται να αυξηθούν.
Αυτό το φαινόμενο έχει άμεσες επιπτώσεις στις αποδόσεις. Όταν οι αγρότες χρησιμοποιούν λιγότερα λιπάσματα, οι καλλιέργειες αποδίδουν λιγότερο. Και όταν αυτό συμβαίνει σε παγκόσμια κλίμακα, η συνολική προσφορά τροφίμων μειώνεται.
Σε αντίθεση με τα σιτηρά, που μπορούν σε κάποιο βαθμό να παραχθούν σε διαφορετικές περιοχές, τα λιπάσματα εξαρτώνται από συγκεκριμένες πρώτες ύλες και υποδομές που δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα ή γρήγορα.
Έτσι, εάν το φυσικό αέριο δεν φτάνει στα εργοστάσια παραγωγής λιπασμάτων ή εάν τα θρεπτικά συστατικά για τις καλλιέργειες δεν μπορούν να μεταφερθούν, οι αγρότες απλώς χρησιμοποιούν λιγότερα και οι αποδόσεις μειώνονται, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν οι συγκομιδές των επόμενων μηνών. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο έντονες επιπτώσεις ενδέχεται να εμφανιστούν αργότερα μέσα στο έτος ή ακόμη και το επόμενο.







![Μέση Ανατολή: Πώς ο πόλεμος μπορεί να πυροδοτήσει παγκόσμια επισιτιστική κρίση [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/06/ot_sithra34-2-300x300.png)











![Μέση Ανατολή: Πώς ο πόλεμος μπορεί να πυροδοτήσει παγκόσμια επισιτιστική κρίση [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/06/ot_sithra34-2.png)



















