Σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση γεωγραφικής διαφοροποίησης των εσόδων τους έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες.
Αξιοποιώντας τα κεφαλαιακά τους αποθέματα μετά από αρκετές σερί χρήσεις ισχυρής κερδοφορίας, προχώρησαν σε συμφωνίες εξαγορών τόσο πιστωτικών ιδρυμάτων, όσο και λοιπών εταιρειών από το ευρύτερο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα.
Με τον τρόπο αυτό έχουν κλείσει σε αξιοσημείωτο βαθμό την απόσταση σε αυτό το πεδίο από τα τέλη της δεκαετίας του 2000, όταν η παρουσία τους στο εξωτερικό είχε καταγράψει ιστορικό υψηλό.
Το μερίδιο των διεθνών δραστηριοτήτων επί του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, διαμορφώθηκε σε 14,4% το Δεκέμβριο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ
Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν τη χρεοκοπία του 2010 το ενεργητικό των εκτός Ελλάδος θυγατρικών έχει φτάσει έως και τη ζώνη των 100 δισ. ευρώ, με συστημικά μερίδια σε πολλές χώρες της ΝΑ Ευρώπης.
Η αντιστροφή
Με την εφαρμογή ωστόσο των πλάνων μετασχηματισμού που συμφωνήθηκαν με την Κομισιόν μετά τη λήψη κρατικής βοήθειας για την ανακεφαλαιοποίησή τους, οι ελληνικές τράπεζες αναγκάστηκαν να πουλήσουν το μεγαλύτερο μέρος των θυγατρικών τους.
Ως αποτέλεσμα το ενεργητικό τους συρρικνώθηκε κατά σχεδόν 70% στα 30 δισ. ευρώ περίπου, μέσα σε λίγα χρόνια.
Οι τάσεις αυτές από το 2022 και ύστερα έχουν αντιστραφεί. Έκτοτε, τρεις από τους τέσσερις μεγάλους του κλάδου χτίζουν σταθερά την παρουσία τους σε γειτονικές αγορές.
Έτσι, στο τέλος του 2025 είχαν ήδη πετύχει τον υπερδιπλασιασμό των διεθνών περιουσιακών τους στοιχείων, πάνω από τα 65 δισ. ευρώ.
Μόνο κατά την περυσινή χρήση η άνοδο της αξίας του ενεργητικού τους ξεπέρασε τα 10 δισ. ευρώ, καθώς ολοκληρώθηκαν ορισμένες σημαντικές εξαγορές.
Πρόκειται κατά βάση για την απόκτηση της Ελληνικής Τράπεζας από τη Eurobank και της AstroBank από την Alpha Bank στην Κύπρο.
Επιπλέον, πέρυσι η CrediaBank ανακοίνωσε τη συμφωνία με την HSBC για την απόκτηση του υποκαταστήματος της δεύτερης στη Μάλτα, ενώ κινήσεις στον κυπριακό ασφαλιστικό τομέα δρομολόγησαν Eurobank και Alpha Bank.
Οι βασικές αγορές
Ως αποτέλεσμα, κατά την περυσινή χρήση σχεδόν το 1/5 των καθαρών κερδών των ελληνικών ομίλων, περί τα 813 εκατ. ευρώ, προήλθε από το εξωτερικό.
Τη μεγαλύτερη συμβολή είχαν οι θυγατρικές στην Κύπρο και στη Βουλγαρία, το καθαρό αποτέλεσμα των οποίων αντιπροσωπεύει περίπου το 49% και το 33% αντίστοιχα των συνολικών μεγεθών.
Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος, το μερίδιο των διεθνών δραστηριοτήτων επί του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, διαμορφώθηκε σε 14,4% το Δεκέμβριο του 2025.
Ως προς τη γεωγραφική κατανομή του, η ΝΑ Ευρώπη αντιπροσωπεύει το 83%, με κυριότερη παρουσία στην Κύπρο (Eurobank, Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα) και τη Βουλγαρία (Eurobank).
Από την άλλη, τα χρηματοοικονομικά κέντρα, δηλαδή το Λουξεμβούργο, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιπροσωπεύουν ποσοστό 16,7%.
Εξάλλου, το υπόλοιπο των δανείων (προ προβλέψεων) διαμορφώθηκε σε 30,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 25% σε ετήσια βάση.
Την ίδια περίοδο οι καταθέσεις ανήλθαν σε 46,8 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 12,8% σε σχέση ένα χρόνο νωρίτερα.
Τα οφέλη
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι διεθνείς δραστηριότητες συμβάλλουν τόσο στη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων των ελληνικών ομίλων, όσο και στη μείωση του κινδύνου συγκέντρωσης.
Πρόκειται, όπως επισημαίνει σχετικά, για παράγοντες που ενισχύουν μεσοπρόθεσμα τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών τους σχεδίων.
Εξάλλου, χαρακτηρίζει θετική εξέλιξη την ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026, γεγονός που την καθιστά την πρώτη όμορη με την Ελλάδα χώρα με κοινό νόμισμα.
Παρουσία στην τοπική οικονομία έχει η Eurobank, η οποία βλέπει ισχυρές προοπτικές για την πιστωτική επέκταση στη λιανική τραπεζική.




































