Σε νέα φάση εισέρχεται η συζήτηση γύρω από την οπλοκατοχή στις ΗΠΑ, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών στη νομοθεσία για την αγορά πυροβόλων όπλων.
Στο επίκεντρο, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο η πολιτική διάσταση της υπόθεσης αλλά και η επιχειρηματική, καθώς η προτεινόμενη ρύθμιση ενδέχεται να ωφελήσει σημαντικά την GrabAGun, την ηλεκτρονική πλατφόρμα πώλησης όπλων στην οποία συμμετέχει ως μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου ο γιος του Αμερικανού προέδρου, ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Η GrabAGun, που συχνά χαρακτηρίζεται ως το «Amazon των όπλων», θα μπορούσε να δει τις πωλήσεις της να εκτοξεύονται εάν επιτραπεί η απευθείας αποστολή όπλων στις κατοικίες των αγοραστών, χωρίς την υποχρεωτική παραλαβή από φυσικό κατάστημα.
Η μεγάλη αλλαγή που προωθεί η κυβέρνηση Τραμπ
Η πρόταση προέρχεται από το Γραφείο Αλκοόλ, Καπνού, Πυροβόλων Όπλων και Εκρηκτικών (ATF), υπηρεσία που υπάγεται στην κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Εφόσον εγκριθεί, οι αδειοδοτημένοι έμποροι θα μπορούν να αποστέλλουν πυροβόλα όπλα απευθείας σε κατοίκους της ίδιας Πολιτείας, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει προηγηθεί ηλεκτρονική επαλήθευση ταυτότητας, έλεγχος ποινικού μητρώου και περίοδος αναμονής επτά ημερών, ενώ οι τοπικές αρχές θα ενημερώνονται πριν από την παράδοση.
Σήμερα, ακόμη και όταν η αγορά πραγματοποιείται διαδικτυακά, ο αγοραστής υποχρεώνεται να παραλάβει το όπλο από φυσικό κατάστημα, όπου πραγματοποιείται αυτοπροσώπως ο τελικός έλεγχος.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση στην αμερικανική αγορά όπλων εδώ και περίπου είκοσι χρόνια.
Η GrabAGun και ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ
Η GrabAGun ιδρύθηκε το 2010 και εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες διαδικτυακές πλατφόρμες πώλησης όπλων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον Τραμπ Jr., ο οποίος διαθέτει περισσότερες από 300.000 μετοχές της εταιρείας και συμμετέχει στο διοικητικό της συμβούλιο. Παρότι η χρηματιστηριακή αξία της συμμετοχής του έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με πέρυσι, εξακολουθεί να αποτιμάται σε περισσότερες από 700.000 δολάρια.
Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο το 2025 μέσω συγχώνευσης με SPAC, εξασφαλίζοντας περίπου 119 εκατ. δολάρια. Τη συγκεκριμένη επενδυτική κίνηση είχε οργανώσει η 1789 Capital, όπου ο Τραμπ Τζούνιορ είναι εταίρος.
Παρά τη χρηματιστηριακή πτώση της μετοχής κατά περίπου 85% μέσα στον τελευταίο χρόνο, η διοίκηση της εταιρείας θεωρεί ότι η νέα ρύθμιση μπορεί να δημιουργήσει τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης.
Οι διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρξε παρέμβαση
Η πιθανότητα οικονομικού οφέλους για τον γιο του προέδρου προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.
Εκπρόσωπος του Τραμπ Τζούνιορ δήλωσε στο Reuters ότι ο ίδιος δεν είχε απολύτως καμία συμμετοχή στη διαμόρφωση της πρότασης.
Όπως ανέφερε, ο ο Τραμπ Τζούνιορ είναι επιχειρηματίας και υπέρμαχος της Δεύτερης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, ωστόσο δεν έχει καμία επαφή με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο πλαίσιο των επενδυτικών του δραστηριοτήτων.
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο διευθύνων σύμβουλος της GrabAGun, Marc Nemati, ο οποίος υποστήριξε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο Donald Trump Jr. γνώριζαν εκ των προτέρων πως το ATF επεξεργαζόταν τη συγκεκριμένη πρόταση.
Τι υποστηρίζει το ATF
Ο επικεφαλής νομικός σύμβουλος του ATF, Robert Leider, δήλωσε ότι η υπηρεσία επεξεργάστηκε την πρόταση με στόχο να προσαρμόσει την αγορά όπλων στη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία.
Όπως υποστήριξε, η υπηρεσία εκτιμά ότι οι καταναλωτές θα εξοικονομούν συνολικά πάνω από 100 εκατ. δολάρια ετησίως από μετακινήσεις και χρόνο διεκπεραίωσης των διαδικασιών.
Ο ίδιος ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε τη σχέση του Τραμπ Τζούνιορ με την GrabAGun μέχρι να ερωτηθεί από το Reuters, επιμένοντας ότι ο γιος του προέδρου δεν είχε καμία επιρροή στη διαμόρφωση της πρότασης.
Και ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Donald Trump Jr. σχετικά με το θέμα.
Μια αγορά εκατομμυρίων αγοραστών
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ATF, περίπου οι μισοί Αμερικανοί που αγοράζουν όπλα —περίπου 3,3 εκατομμύρια πολίτες κάθε χρόνο— θα μπορούσαν σταδιακά να επιλέξουν την απευθείας παράδοση στο σπίτι.
Παράγοντες της αγοράς θεωρούν μάλιστα ότι ο αριθμός αυτός ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερος, καθώς οι καταναλωτές έχουν πλέον εξοικειωθεί με τις διαδικτυακές αγορές σχεδόν κάθε προϊόντος.
Ο ίδιος ο Τραμπ Τζούνιορ είχε δηλώσει πέρυσι σε τηλεοπτική συνέντευξη ότι «οι άνθρωποι αγοράζουν πλέον τα πάντα μέσω διαδικτύου», υποστηρίζοντας ότι η αγορά όπλων δεν θα αποτελέσει εξαίρεση.
Οι έντονες αντιδράσεις
Η προτεινόμενη αλλαγή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο από οργανώσεις υπέρ του ελέγχου των όπλων όσο και από πολλούς ιδιοκτήτες μικρών καταστημάτων.
Οργανώσεις όπως οι Everytown for Gun Safety, Brady και Giffords προειδοποιούν ότι η αποστολή εκατομμυρίων όπλων απευθείας σε κατοικίες αυξάνει τον κίνδυνο παράνομων μεταπωλήσεων, κλοπών κατά τη μεταφορά αλλά και των λεγόμενων «straw purchases», όπου κάποιος αγοράζει όπλο για λογαριασμό ατόμου που δεν δικαιούται να το αποκτήσει.
Η Marianna Mitchem, πρώην στέλεχος του ATF και σήμερα σύμβουλος της Everytown, υποστηρίζει ότι τα φυσικά καταστήματα αποτελούσαν διαχρονικά την πρώτη γραμμή ελέγχου για την ασφαλή πώληση όπλων και εκτιμά ότι η νέα πρόταση ανατρέπει αυτή τη φιλοσοφία.
Ο φόβος των μικρών καταστημάτων
Έντονες είναι και οι αντιδράσεις από μικρότερους εμπόρους όπλων.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι ένα σημαντικό μέρος των εσόδων τους προέρχεται από τα τέλη μεταβίβασης που εισπράττουν όταν ολοκληρώνουν τους απαραίτητους ελέγχους για διαδικτυακές αγορές. Παράλληλα, οι επισκέψεις των πελατών στα καταστήματα οδηγούν συχνά και σε πρόσθετες αγορές πυρομαχικών ή αξεσουάρ.
Η Chrystal Santos, υπεύθυνη λειτουργίας του Bow & Barrel Sportsmen Center στο Μιζούρι, εκτιμά ότι η ανθρώπινη επαφή επιτρέπει στους υπαλλήλους να εντοπίζουν ύποπτες συμπεριφορές που δύσκολα μπορεί να διακρίνει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ταυτοποίησης.
Από την άλλη πλευρά, ο Robert Leider απαντά ότι οι σύγχρονες ψηφιακές διαδικασίες επαλήθευσης μπορούν να αποδειχθούν ακόμη πιο αξιόπιστες από τους παραδοσιακούς ελέγχους στα φυσικά καταστήματα.
Η τελική απόφαση αργεί ακόμη
Η πρόταση βρίσκεται σήμερα σε δημόσια διαβούλευση, η οποία ολοκληρώνεται στις αρχές Αυγούστου. Αυτό σημαίνει ότι η τελική απόφαση δεν αναμένεται πριν από τα τέλη του 2026 ή ακόμη και τις αρχές του 2027.
Μέχρι τότε, η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να αξιολογήσει τις χιλιάδες παρατηρήσεις που αναμένονται από πολίτες, φορείς και οργανώσεις. Το τελικό κείμενο μπορεί να τροποποιηθεί σημαντικά ή ακόμη και να αποσυρθεί.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαδικασίας, η πρόταση έχει ήδη ανοίξει μία νέα συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες: όχι μόνο για το μέλλον της αγοράς όπλων στην ψηφιακή εποχή, αλλά και για τα όρια μεταξύ δημόσιας πολιτικής, επιχειρηματικών συμφερόντων και οικογενειακών δεσμών με την πολιτική εξουσία.


































