Έχοντας εισέλθει πλέον στην τελική ευθεία για την ανακατάταξη του ελληνικού χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές από τους FTSE Russell, STOXX και S&P Dow Jones, η είσοδος αρκετών κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται στις developed markets ενδεχομένως να γίνει σε πιο απαιτητικές αποτιμήσεις.
Αυτό προκύπτει από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, καθώς η μεγάλη άνοδος των ελληνικών μετοχών έχει αρχίσει να περνά και στους αριθμούς των αποτιμήσεων, με την Ελλάδα να βρίσκεται πλέον περίπου στη μέση του διεθνούς χάρτη.
Ειδικότερα, η HSBC τοποθετεί το 12μηνο forward P/E του ΧΑ στις 10,8 φορές, ήδη λίγο πάνω από την ιστορική διάμεσο της ελληνικής αγοράς της τελευταίας δεκαετίας. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις της NBG Securities, από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο, ο κλάδος – σηματωρός της αγοράς, οι τράπεζες έχουν κλείσει γρήγορα την ψαλίδα με τους ευρωπαϊκούς ομοειδείς κλάδους.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες αγορές
Η αποτίμηση της ελληνικής αγοράς κινείται πλέον σε επίπεδα που την τοποθετούν περίπου στο μέσο της διεθνούς κατάταξης, σύμφωνα με την HSBC, με βάση τον εκτιμώμενο δείκτη 12μηνου forward P/E. Ειδικότερα, το Χρηματιστήριο Αθηνών αποτιμάται σήμερα στις 10,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη των επόμενων 12 μηνών, επίπεδο που βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τις ακριβότερες αγορές, αλλά και πάνω από αρκετές αναδυόμενες αγορές.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται η Ινδία, με το forward P/E να διαμορφώνεται στις 20,2 φορές, ενώ ακολουθούν η Ταϊβάν με 18,3 φορές, το Κουβέιτ με 16,8 φορές, η Τσεχία με 16,0 φορές και η Ταϊλάνδη με 15,7 φορές. Η Μαλαισία βρίσκεται στις 14,5 φορές και η Σαουδική Αραβία στις 13,2 φορές, ενώ ακολουθούν Ρουμανία και Μεξικό, με περίπου 12,9 και 12,3 φορές αντίστοιχα.
Η Ελλάδα, στις 10,8 φορές, βρίσκεται ουσιαστικά στην ίδια ζώνη αποτίμησης με την Κίνα και το Κατάρ, που επίσης κινούνται στις 10,8 φορές. Λίγο χαμηλότερα βρίσκονται η Πολωνία και οι Φιλιππίνες, στις 10,4 φορές, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται στις 9,7 φορές. Στο χαμηλότερο άκρο της κατάταξης βρίσκονται η Τουρκία στις 7,4 φορές, η Νότια Κορέα στις 6,8 φορές και η Αίγυπτος στις 6,3 φορές.

Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στη σύγκριση με τις υπόλοιπες αγορές, αλλά και στη σχέση της τρέχουσας αποτίμησης με το δικό της ιστορικό εύρος. Η HSBC συγκρίνει το σημερινό forward P/E με την κατανομή των αποτιμήσεων της τελευταίας δεκαετίας. Η τρέχουσα τιμή των 10,8 φορών κινείται ελαφρώς πάνω από την ιστορική διάμεσο της ελληνικής αγοράς, γεγονός που δείχνει ότι το ΧΑ δεν συγκαταλέγεται πλέον στις αγορές που διαπραγματεύονται σε ιδιαίτερα χαμηλές αποτιμήσεις σε σχέση με το παρελθόν τους.
Από το discount του Μαρτίου στο premium του Αυγούστου
Εντούτοις, η μεγάλη αλλαγή που έχει επέλθει πλέον στην ελληνική αγορά είναι στις ελληνικές τράπεζες, καθώς μέσα στους τελευταίους πέντε μήνες η αποτίμησή τους έχει γίνει πιο απαιτητική.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις της NBG Securities, πέρασαν από ένα ξεκάθαρο discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών τον Μάρτιο, σε premium πλέον. Και μάλιστα η αλλαγή αυτή έγινε μέσα σε ένα διάστημα κατά το οποίο οι μετοχές κατέγραψαν ισχυρή άνοδο.
Τον Μάρτιο, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος διαπραγματευόταν κατά μέσο όρο στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2025, στις 8,6 φορές τα κέρδη του 2026 και στις 8,1 φορές τα κέρδη του 2027. Οι αντίστοιχοι πολλαπλασιαστές για τις τράπεζες του Stoxx 600 ήταν 10,6, 9,6 και 8,9 φορές. Όπερ σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες είχαν discount 15% για το 2025 και 10% για το 2026 και το 2027.

Πλέον, τον Αύγουστο, η εικόνα είναι διαφορετική. Ο μέσος δείκτης P/E των ελληνικών συστημικών τραπεζών έχει ανέβει στις 11,9 φορές για το 2025, στις 11,4 φορές για το 2026 και στις 10,7 φορές για το 2027. Στις τράπεζες του Stoxx 600 οι αντίστοιχοι δείκτες είναι 11,8, 10,6 και 9,8 φορές. Έτσι, το discount έχει γίνει premium 1% για το 2025, 8% για το 2026 και 9% για το 2027.

Η αγορά πλήρωσε ακριβότερα τις ελληνικές τράπεζες
Η μεταβολή στις τιμές εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αλλαγή. Η Alpha Bank από τα 3,33 ευρώ του Μαρτίου βρίσκεται πλέον στα 4,68 ευρώ, η Πειραιώς από τα 7,37 στα 9,99 ευρώ, η Eurobank από τα 3,47 στα 4,51 ευρώ και η Εθνική από τα 12,63 στα 16,20 ευρώ.
Οι αυξήσεις αυτές αντιστοιχούν περίπου σε 41% για την Alpha, 36% για την Πειραιώς, 30% για τη Eurobank και 28% για την Εθνική.
Στο ίδιο διάστημα, η συνολική κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων τραπεζών αυξήθηκε από 40,96 δισ. ευρώ σε 54,25 δισ. ευρώ.
Η συνέπεια φαίνεται στους πολλαπλασιαστές. Για την Alpha, το P/E του 2026 από 8,3 φορές τον Μάρτιο έχει φθάσει στις 11,7 φορές. Για την Πειραιώς από 7,7 στις 10,5 φορές, για τη Eurobank από 8,8 στις 11,5 φορές και για την Εθνική από 9,3 στις 12 φορές. Η Εθνική είναι πλέον η ακριβότερη από τις τέσσερις σε όρους P/E 2026, ενώ η Πειραιώς παραμένει η χαμηλότερα αποτιμημένη.
Και στο P/TBV η απόσταση έχει κλείσει
Παρόμοια είναι η εικόνα και στον δείκτη P/TBV, που για τις τράπεζες έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο μέσος δείκτης του ελληνικού κλάδου για το 2026 ήταν 1,31 φορές τον Μάρτιο. Τον Αύγουστο βρίσκεται στο 1,56 φορές. Για το 2025 έχει αυξηθεί από 1,41 σε 1,69 φορές και για το 2027 από 1,23 σε 1,46 φορές.
Οι ελληνικές τράπεζες ήταν τον Μάρτιο περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη διάμεση ευρωπαϊκή τράπεζα. Τον Αύγουστο εμφανίζουν πλέον premium 7% για το 2025, 5% για το 2026 και 4% για το 2027.
Εδώ βέβαια υπάρχει μια διαφοροποίηση. Σε σχέση με τις τράπεζες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι ελληνικές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται χαμηλότερα. Αλλά και αυτό το discount έχει περιοριστεί.
Σε όρους P/E, από 12% τον Μάρτιο για το 2025 έχει περιοριστεί στο 2% τον Αύγουστο. Για το 2026 το discount παραμένει μεγαλύτερο, στο 9%, και για το 2027 στο 4%.
Η αλλαγή στις αποτιμήσεις φαίνεται και στις μερισματικές αποδόσεις που υπολογίζει η NBG Securities. Τον Μάρτιο, η μέση μερισματική απόδοση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών εκτιμάτο στο 6,2% για το 2025, στο 6,3% για το 2026 και στο 7% για το 2027. Τον Αύγουστο οι αντίστοιχες εκτιμήσεις είναι 4,7%, 4,7% και 5,3%.
Δεν σημαίνει ότι οι τράπεζες θα μοιράσουν λιγότερα χρήματα στους μετόχους. Σημαίνει κυρίως ότι οι τιμές των μετοχών έχουν ανέβει τόσο ώστε η απόδοση που αντιστοιχεί σε αυτά τα μερίσματα να είναι πλέον χαμηλότερη.





































