Η αυξανόμενη ανισότητα στον πλούτο εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες εκφράζουν ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το εισόδημα και η περιουσία.
Σύμφωνα με τη Ράνα Φορουχάρ των Financial Times, περίπου οι μισοί Αμερικανοί θεωρούν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η διατροφή, ενώ η ταχεία ανάπτυξη της οικονομίας της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύει περαιτέρω τις ανισότητες.
Η αρθρογράφος επισημαίνει ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε τα λεγόμενα «Trump Accounts», έναν λογαριασμό αποταμίευσης για κάθε παιδί που θα γεννηθεί από το 2025 έως το 2028, ο οποίος θα χρηματοδοτείται αρχικά με 1.000 δολάρια από το αμερικανικό Δημόσιο. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι το μέτρο θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία πλούτου για τη νέα γενιά.
Ωστόσο, η Φορουχάρ εκτιμά ότι το συγκεκριμένο ποσό δύσκολα μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή ενός νέου. Ακόμη και με μια σχετικά υψηλή ετήσια απόδοση, η αρχική κατάθεση θα αυξανόταν σε λίγες μόνο χιλιάδες δολάρια μέχρι την ενηλικίωση του δικαιούχου, γεγονός που, όπως σημειώνει, δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της οικονομικής ανισότητας.

Το πρόβλημα που βλέπει ακόμη και ο Τραμπ
Κατά την άποψή της, μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ακόμη και ένας πολιτικός όπως ο Τραμπ αναγνωρίζει πλέον πως η συγκέντρωση του πλούτου αποτελεί σοβαρή πολιτική πρόκληση. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια, αναζωπυρώνει τη συζήτηση γύρω από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: την «αναδιανομή» του πλούτου μέσω φορολογίας και την «προδιανομή», δηλαδή τη δημιουργία ευκαιριών ώστε περισσότεροι πολίτες να αποκτούν από νωρίς πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία και επενδύσεις.
Η Φορουχάρ παρατηρεί ότι οι πιο προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις υποστηρίζουν τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, ενώ οι συντηρητικοί και μέρος των κεντρώων Δημοκρατικών προκρίνουν την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στις αγορές κεφαλαίου και στην ιδιοκτησία κατοικίας. Η ίδια θεωρεί ότι, μακροπρόθεσμα, πιθανότατα θα απαιτηθεί ένας συνδυασμός των δύο προσεγγίσεων, προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή.
Όπως εξηγεί, η αμερικανική οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αξία των περιουσιακών στοιχείων. Παρότι όλο και περισσότεροι πολίτες συμμετέχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η συντριπτική πλειονότητα του χρηματιστηριακού πλούτου εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στα χέρια ενός μικρού ποσοστού του πληθυσμού. Αυτή η συγκέντρωση, υποστηρίζει, τροφοδοτεί και τον πληθωρισμό σε βασικούς τομείς, όπως η αγορά κατοικίας, ενώ η δημιουργία νέων δισεκατομμυριούχων από την τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση.
Η αρθρογράφος επικαλείται τη θεωρία του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί, σύμφωνα με την οποία ο πλούτος από τα περιουσιακά στοιχεία αυξάνεται συνήθως ταχύτερα από τα εισοδήματα, οδηγώντας σε ολοένα μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες. Για τον λόγο αυτό θεωρεί αναγκαία την υιοθέτηση πολιτικών που θα επιτρέπουν σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα να αποκτούν ουσιαστικό μερίδιο στον παραγόμενο πλούτο.

Το παράδειγμα άλλων χωρών και οι προσπάθειες των ΗΠΑ
Παράλληλα, επισημαίνει ότι εμπειρίες από άλλες χώρες δείχνουν πως μικρές κρατικές επιδοτήσεις ή λογαριασμοί αποταμίευσης δεν επαρκούν για να μειώσουν την ανισότητα, καθώς οι εύπορες οικογένειες έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να προσθέτουν περισσότερα κεφάλαια. Ως παραδείγματα αναφέρει αντίστοιχα προγράμματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και την Αυστραλία, τα οποία είχαν περιορισμένη επίδραση.
Αντίθετα, η Φορουχάρ θεωρεί ότι οι πραγματικά αποτελεσματικές πολιτικές προδιανομής είναι εκείνες που μεταφέρουν παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Υπενθυμίζει τις μεταπολεμικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις στην Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν, καθώς και το μοντέλο μαζικής ιδιοκατοίκησης της Σιγκαπούρης ή ακόμη και το Ταμείο Μόνιμου Πλούτου της Αλάσκας, το οποίο διανέμει στους πολίτες μέρος των εσόδων από το πετρέλαιο.
Στη σημερινή εποχή, εκτιμά ότι το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο είναι η πνευματική ιδιοκτησία και κυρίως τα δεδομένα και οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, που αποτελούν πλέον τη βασική πηγή αξίας για τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Γι’ αυτό σημειώνει ότι πληθαίνουν οι προτάσεις για τη δημιουργία δημόσιων επενδυτικών ταμείων που θα επιτρέπουν στους πολίτες να αποκτούν μερίδιο στον πλούτο που δημιουργεί η AI. Σε αυτή τη λογική κινείται και η ιδέα του κυβερνήτη της Καλιφόρνια, Γκάβιν Νιούσομ, για ένα σύστημα «καθολικού βασικού κεφαλαίου» αντί για καθολικό βασικό εισόδημα.
Η Φορουχάρ υπενθυμίζει ότι και στο παρελθόν υπήρξαν προσπάθειες διεύρυνσης της ιδιοκτησίας στις ΗΠΑ, όπως η πολιτική του Τζορτζ Μπους του νεότερου για την αύξηση της ιδιοκατοίκησης, η οποία όμως συνέβαλε στη δημιουργία της φούσκας των στεγαστικών δανείων πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι, εάν η προδιανομή πρόκειται να αποτελέσει πραγματική λύση στην αυξανόμενη ανισότητα, δεν μπορεί να περιορίζεται σε εφάπαξ επιδόματα ή συμβολικές παροχές. Αντίθετα, θα πρέπει να εξασφαλίζει στους πολίτες διαρκή και ουσιαστική συμμετοχή στον πλούτο που δημιουργεί η οικονομία του μέλλοντος.












![Πληθωρισμός: Στο 3,8% για φέτος εκτιμά η ΤτΕ [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/inflat.jpg)















![Ξενοδοχεία: Καλύτερο το πρώτο πεντάμηνο, αλλάζει το μοντέλο ανάπτυξης των μονάδων [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/hotel-reception3.jpg)








