Εκατομμύρια ευρωπαϊκά νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται σοβαρά από την αύξηση του κόστους διαβίωσης, καθώς οι πραγματικοί μισθοί – προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό – έχουν μειωθεί κατά 1,8% στην Ευρωζώνη την περίοδο 2021 – 2026. Αυτό δείχνει ότι η αγοραστική δύναμη δεν έχει επανέλθει πλήρως στα προ του 2021 επίπεδα, παρά την όποια σταδιακή άνοδο των αμοιβών.
«Οι μισθοί που διαπραγματεύονται χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να ανακάμψουν και δεν το έκαναν πλήρως» δήλωσε ο Μπασανίνι
Πίεση στους μισθούς άσκησαν παράγοντες όπως η πανδημία του κορονοϊού, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η ραγδαία άνοδος των τιμών της ενέργειας και ο πληθωρισμός που έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ. Ωστόσο, ο αντίκτυπος στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παρουσίασε σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών – μελών.
Σύμφωνα με την έκθεση «Προοπτικές Απασχόλησης 2026» του ΟΟΣΑ, η οποία καλύπτει 27 ευρωπαϊκές χώρες αλλά όχι όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν μεταξύ του α’ τριμήνου 2021 και του α’ τριμήνου 2026 σε εννέα χώρες.
Όπως αναφέρει το Euronews που παρουσιάζει την έκθεση, μεγαλύτερη μείωση κατέγραψε η Ιταλία (-6,1%), ακολουθούμενη από την Τσεχία (-5,8%) και τη Σουηδία (-4,8%), ενώ ακολούθησαν Δανία (-2,1%) και Ισπανία (-2%). Στο Βέλγιο, οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν αμετάβλητοι, ενώ η Γαλλία και η Εσθονία κατέγραψαν οριακές αυξήσεις μόλις 0,1%.
Ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, η Ουγγαρία είχε τη μεγαλύτερη αύξηση (29,8%), με την Πολωνία να ακολουθεί στην τρίτη θέση (16,5%), αμφότερες εκτός ζώνης ευρώ, όπως και η Τουρκία που βρίσκεται στην κορυφή της λίστας.

«Οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούσαν να επηρεάζονται από την κρίση του κόστους διαβίωσης της περιόδου 2022 – 2023 ακόμα και το πρώτο τρίμηνο του 2026», σημείωσε ο Αντρέα Μπασανίνι, συντάκτης της έκθεσης του ΟΟΣΑ.
«Καθώς οι ανανεώσεις των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων δεν πραγματοποιούνται κάθε χρόνο και συνήθως γίνονται σταδιακά, οι μισθοί που διαπραγματεύονται χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να ανακάμψουν και δεν το έκαναν πλήρως», πρόσθεσε ο ίδιος υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι οι νόμιμοι κατώτατοι μισθοί είχαν σε μεγάλο βαθμό συμβαδίσει με τις τιμές.
Από την πλευρά του ο Ρόναλντ Γιάνσεν, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) και της Συμβουλευτικής Επιτροπής Συνδικάτων (TUAC) επισήμανε την επιτάχυνση του πληθωρισμού το 2021-2022 στην Ευρωζώνη.
«Ενώ οι επόμενοι γύροι συλλογικών διαπραγματεύσεων στα χρόνια που ακολούθησαν τη μεγάλη έξαρση του πληθωρισμού προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την αγοραστική δύναμη των μισθών, οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα είδαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη να περιορίζεται από τις ανησυχίες για την εργασιακή ανασφάλεια που προέκυψαν από την πολυετή στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης, τους φόβους για αποβιομηχάνιση λόγω του κινεζικού ανταγωνισμού και έναν δασμολογικό πόλεμο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ που υπονόμευε την πρόσβαση σε μια σημαντική ευρωπαϊκή εξαγωγική αγορά», τόνισε.
Τουρκία: Μια σημαντική εξαίρεση
Η Τουρκία ξεχωρίζει ως η πιο σημαντική εξαίρεση, καταγράφοντας την υψηλότερη αύξηση των πραγματικών μισθών, της τάξης του 78,6%, παρά το ποσοστό πληθωρισμού 32% στα μέσα του 2026.
«Η αύξηση των πραγματικών μισθών στην Τουρκία είναι αριθμητικά σωστή, αλλά υπερεκτιμά τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου», δήλωσαν οι Ρίτσαρντ Γκρίβεσον και η Μέριεμ Γκόκτεν από το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Μελετών της Βιέννης. «Οι πραγματικοί μισθοί ξεκίνησαν από χαμηλό επίπεδο το 2021, καθώς παρέμεναν σε χαμηλά επίπεδα μετά τη νομισματική κρίση του 2018, οπότε μέρος της αύξησης ήταν στην πραγματικότητα ανάκαμψη», πρόσθεσαν.
Σύμφωνα με τους ίδιους, ο κύριος παράγοντας της απότομης αύξησης το 2022 – 2023 ήταν οι διπλές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, οι οποίες οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στις εκλογές: «Μετά τις εκλογές του 2023, η αναπροσαρμογή επανήλθε σε ετήσια βάση και έκτοτε παραμένει κάτω από τον πληθωρισμό». Αμφισβήτησαν επίσης την αξιοπιστία των στοιχείων για τον πληθωρισμό της Τουρκίας, επικαλούμενοι τους ισχυρισμούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης ότι τα επίσημα στοιχεία είναι παραποιημένα.
Πραγματικοί μισθοί: Οι μεγάλες αποκλίσεις
Η Ιταλία κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση από όλες τις χώρες που αναλύθηκαν, με τους πραγματικούς μισθούς να μειώνονται κατά 6,1%. Πίσω από την πτώση κρύβονται συγκεκριμένοι λόγοι. Ο Ρόναλντ Γιάνσεν δήλωσε ότι η συστηματική καθυστέρηση των εργοδοτών στην υπογραφή νέων συμβάσεων και η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης των συνδικάτων συνέβαλαν στη μείωση των πραγματικών μισθών στη χώρα.
Ο Μικέλε Μπαβάρο, οικονομολόγος της Scuola Normale Superiore της Ιταλίας, σχολίασε ότι οι ιστορικά μεγάλες καθυστερήσεις της Ιταλίας στην ανανέωση των συμβάσεων επιβράδυναν την ανάκαμψη των ονομαστικών μισθών μετά την αύξηση του πληθωρισμού. Επίσης, ο Ρίτσαρντ Γκρίβεσον και η Μέριεμ Γκόκτεν επισήμαναν τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη συγκρατημένη οικονομική ανάπτυξη και τη σχετικά αργή προσαρμογή των ονομαστικών μισθών στην Ιταλία.
Η Σλοβακία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία και η Ελβετία σημείωσαν μικρές μειώσεις μεταξύ 0,7% και 1,4%. Η Ουγγαρία κατατάσσεται δεύτερη συνολικά (29,8%) – πρώτη ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ – και αποτελεί η ίδια μια ακραία τιμή εντός της ΕΕ. Στην Πολωνία, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 16,5%. Οι τρεις πρώτες χώρες βρίσκονται όλες εκτός της ζώνης του ευρώ.
«Η ισχυρή αύξηση των πραγματικών μισθών στην Ουγγαρία τα τελευταία πέντε χρόνια αντανακλά έναν συνδυασμό διαρθρωτικής έλλειψης εργατικού δυναμικού, κυβερνητικών μισθολογικών πολιτικών και μιας διαδικασίας αναπροσαρμογής μετά τον πληθωρισμό», δήλωσε ο Πίτερ Βίροβατς, επικεφαλής οικονομολόγος της ING.
Ο ίδιος ανέφερε ότι η εξαιρετική πορεία των πραγματικών μισθών στην Ουγγαρία δεν αντανακλά μια ασυνήθιστη αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά μάλλον τις συνδυασμένες επιπτώσεις της στενότητας της αγοράς εργασίας, μιας επιθετικής πολιτικής για τον κατώτατο μισθό, της συνεχιζόμενης μισθολογικής σύγκλισης και των προσπαθειών των εργαζομένων να αποκαταστήσουν την αγοραστική τους δύναμη μετά το πλήγμα του πληθωρισμού.
Εντός της Ευρωζώνης, η Λιθουανία κατέγραψε την ισχυρότερη αύξηση των πραγματικών μισθών, με ποσοστό 14,8%. Καμία άλλη χώρα δεν σημείωσε διψήφια αύξηση. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν επίσης κατά 7,4% στη Λετονία, 6,6% στη Σλοβενία, 5,6% στην Πορτογαλία, 4,7% στην Ελλάδα και 4,1% στο Λουξεμβούργο – η χώρα μας βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (4,9%).
Μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε την πρώτη θέση με αύξηση 3,6%. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά λιγότερο από 1% τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία, κατά 0,9% και 0,1%, αντιστοίχως. Η Ισπανία σημείωσε πτώση 2%, ενώ η Ιταλία παρέμεινε η χώρα με τη μεγαλύτερη συνολική μείωση (-6,1%), όπως προαναφέρθηκε.
«Ένας πρώτος σημαντικός παράγοντας είναι η αύξηση των νόμιμων κατώτατων μισθών, οι οποίοι ήταν υψηλότεροι από τον πληθωρισμό κατόπιν κυβερνητικής απόφασης τόσο στη Γερμανία όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ήταν περίπου ίσοι με τον πληθωρισμό στη Γαλλία και την Ισπανία», δήλωσε ο κ. Μπασανίνι.
Τέλος, οι Γκρίβεσον και Γκόκτεν επισήμαναν ότι το συγκριτικά ευέλικτο σύστημα καθορισμού των μισθών στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι επίμονες δυσκολίες στην πρόσληψη προσωπικού επέτρεψαν στους ονομαστικούς μισθούς να ανταποκριθούν ταχύτερα στον πληθωρισμό σε σύγκριση με αρκετές οικονομίες της ευρωζώνης.
Η έκθεση επισημαίνει ότι τα στοιχεία της για το πρώτο τρίμηνο του 2026 είναι προγενέστερα της πρόσφατης αύξησης των τιμών της ενέργειας, η οποία ακολούθησε τις κοινές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν και την αντίδραση της Τεχεράνης.
Πηγή: in.gr





































