Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δοκιμασία που ξεπερνά τα όρια του πολέμου με το Ιράν, καθώς η παρατεταμένη σύγκρουση έχει αναδείξει τις περιορισμένες δυνατότητες των ΗΠΑ να υποστηρίξουν ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα.
Όπως επισημαίνει ο Γιάροσλαβ Τροφίμοφ της Wall Street Journal, η ανησυχία των συμμάχων της Ουάσινγκτον δεν αφορά πλέον μόνο τις προθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και το κατά πόσο οι ΗΠΑ διαθέτουν τα μέσα για να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τους συμμάχους τους, εφόσον χρειαστεί.
Ο προβληματισμός γίνεται εντονότερος καθώς ο πόλεμος με το Ιράν έχει οδηγήσει σε σημαντική κατανάλωση κρίσιμων πυρομαχικών, ιδιαίτερα πυραύλων αναχαίτισης. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ερωτήματα για την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκριθούν σε μια ταυτόχρονη κρίση στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και την Ασία. Κατά τον Τροφίμοφ, η αποτρεπτική ισχύς μιας χώρας στηρίζεται όχι μόνο στην πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της δύναμη, αλλά και στην πραγματική δυνατότητα να το πράξει.
Η αμφισβήτηση αυτή ενισχύεται από μια σειρά αποφάσεων της κυβέρνησης Τραμπ. Η μείωση των στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, η προσπάθεια προσέγγισης της Βόρειας Κορέας και η παράλληλη μεταφορά αμερικανικών στρατιωτικών μέσων από την Ασία προς τη Μέση Ανατολή δημιουργούν ανησυχίες στους συμμάχους της Ουάσινγκτον. Παράλληλα, η αναστολή σημαντικών πωλήσεων αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν έχει προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευση των ΗΠΑ απέναντι στην ασφάλεια της νήσου.

Η Ευρώπη ανησυχεί για την προθυμία των ΗΠΑ
Στην Ευρώπη, η ανησυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο Τροφίμοφ σημειώνει ότι αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αμφιβάλλουν πλέον για το κατά πόσο η Ουάσινγκτον θα ήταν διατεθειμένη να αναλάβει μεγάλο στρατιωτικό ρίσκο για την υπεράσπιση χωρών όπως οι Βαλτικές. Η αβεβαιότητα αυτή, σύμφωνα με αναλυτές που επικαλείται, θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για τη Ρωσία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η Μόσχα συνεχίζει να ενισχύει την πολεμική της παραγωγή.
Το σημαντικότερο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στα αποθέματα πυραύλων και ιδιαίτερα στα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας. Εκτιμήσεις αμερικανικών ερευνητικών οργανισμών δείχνουν ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη καταναλώσει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων πυραύλων αναχαίτισης που διέθεταν πριν από τον πόλεμο, ενώ σημαντικές ποσότητες έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί από την Ουκρανία. Η παραγωγή νέων συστημάτων δεν αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε να καλύψει την κατανάλωση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το Patriot PAC-3 MSE, ένα από τα σημαντικότερα συστήματα για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει ο Τροφίμοφ, τα αμερικανικά αποθέματα έχουν περιοριστεί σημαντικά, ενώ η παραγωγή παραμένει πολύ χαμηλότερη από τις ανάγκες που θα δημιουργούσε ένας μεγάλης κλίμακας πόλεμος. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η αναχαίτιση ενός βαλλιστικού πυραύλου μπορεί να απαιτεί δύο ή και περισσότερους αναχαιτιστικούς πυραύλους.
Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι των ΗΠΑ κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Ρωσία έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή βαλλιστικών και πυραύλων cruise από το 2022, ενώ η Κίνα και η Βόρεια Κορέα διαθέτουν επίσης σημαντικές δυνατότητες. Ο Τροφίμοφ υπογραμμίζει έτσι μια κρίσιμη ασυμμετρία: οι αυταρχικές δυνάμεις έχουν προσαρμόσει την αμυντική τους βιομηχανία σε συνθήκες πολέμου, ενώ η Δύση εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να λειτουργεί με τους κανόνες της ειρηνικής περιόδου.

Πρόβλημα η αντιπυραυλική άμυνα
Η αντιπυραυλική άμυνα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά προβλήματα του δυτικού κόσμου. Τα σύγχρονα βαλλιστικά όπλα είναι πλέον ακριβέστερα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και από χώρες που δεν διαθέτουν το μέγεθος μιας υπερδύναμης. Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε, σύμφωνα με την ανάλυση του Τροφίμοφ, ότι ακόμη και ένας σχετικά ασθενέστερος αντίπαλος μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε αμερικανικές βάσεις και κρίσιμες υποδομές συμμάχων.
Παρά τα προβλήματα, η εικόνα δεν είναι απαραίτητα αυτή μιας Αμερικής που χάνει τη θέση της ως κορυφαία παγκόσμια δύναμη. Ο Τροφίμοφ αναφέρει την άποψη αναλυτών που θεωρούν ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια οικονομική, τεχνολογική και βιομηχανική βάση και μπορούν να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους. Το Πεντάγωνο, άλλωστε, έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλα συμβόλαια για την αύξηση της παραγωγής Patriot και THAAD.
Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο η σημερινή διαθεσιμότητα όπλων, αλλά ο χρόνος που απαιτείται για την αναπλήρωσή τους.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να διαθέτει τους οικονομικούς πόρους για να αυξήσει την παραγωγή, όμως μια πολεμική κρίση δεν αφήνει πάντα τον απαραίτητο χρόνο. Όπως προκύπτει από την ανάλυση του Τροφίμοφ, ο πόλεμος με το Ιράν λειτουργεί έτσι ως προειδοποίηση: αποκάλυψε αδυναμίες που θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνο να εμφανιστούν σε μια σύγκρουση με μια στρατιωτική δύναμη όπως η Κίνα ή η Ρωσία.
Η κρίση, επομένως, μπορεί να αποτελέσει και μια αναγκαστική αφύπνιση για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, ώστε να επενδύσουν εγκαίρως στην παραγωγική ικανότητα που απαιτεί η νέα εποχή των πολέμων υψηλής έντασης.





































