Επιβεβαιώνοντας την ιστορική πείρα, αλλά και τα μετρήσιμα μεγέθη σχετικών ερευνών, το μοτίβο της σύνδεσης της δύσκολης οικονομικής κατάστασης με την άνοδο της ακροδεξιάς, επαναλαμβάνεται στις επερχόμενες τοπικές εκλογές στο γερμανικό ομοσπονδιακό κρατίδιο της Σαξονίας – Άνχαλτ, στις 6 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με το Euractiv για πρώτη φορά, το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) θα μπορούσε να εμφανιστεί αρκετά δυνατό για να αναλάβει την ηγεσία του κρατιδίου.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό κόμμα συγκεντρώνει έως και 43% των ψήφων, γεγονός που το τοποθετεί πολύ μπροστά από τους Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνώντος CDU, το οποίο συγκεντρώνει λίγο πάνω από 20%.
Σπέκουλα με τη δυστυχία
Το παρακλάδι του AfD στη Σαξονία -Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την εσωτερική υπηρεσία πληροφοριών του κρατιδίου ως «επιβεβαιωμένος ακροδεξιός εξτρεμιστής».
Αυτό δεν έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τη δημοτικότητα του επικεφαλής υποψηφίου του, Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο οποίος γίνεται δεκτός σαν ποπ σταρ σε προεκλογικές συγκεντρώσεις.
Εστιάζοντας στη μετανάστευση και το άσυλο, ο Ζίγκμουντ ισχυρίστηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι η Γερμανία «δίνει χρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο», τονίζοντας ότι πάνω από 20 δισεκατομμύρια ευρώ σε Bürgergeld (πρόνοια) πηγαίνουν σε μη Γερμανούς πολίτες.
Ο Ζίγκμουντ σπεκουλάρει πολιτικά σε δείκτες όπως το ποσοστό ανεργίας στη Σαξονία – Άνχαλτ που διαμορφώθηκε στο 8,1% τον Ιούλιο του 2026, πολύ πάνω από τον γερμανικό μέσο όρο του 6,4%.
Το πραγματικό ΑΕΠ του κρατιδίου συρρικνώθηκε κατά 0,2% το 2025, ενώ η οικονομία της Γερμανίας στο σύνολό της αυξήθηκε κατά 0,2%, αν και από χαμηλή βάση.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ψηφοφόροι ανέφεραν την ασφάλεια της εργασίας, τους μισθούς και τη συνολική οικονομική κατάσταση ως τις σημαντικότερες ανησυχίες τους.
Ακροδεξιά ρητορική και πραγματικότητα
Οι αναλυτές, ωστόσο, είναι επιφυλακτικοί ως προς το αν η αντι-μεταναστευτική πολιτική του AfD θα οδηγήσει σε βελτίωση της οικονομικής κατάστασης.
«Η περιοριστική μεταναστευτική πολιτική του AfD έρχεται σε αντίθεση με την ισχυρή ζήτηση εργαζομένων στη Σαξονία – Άνχαλτ», δήλωσε στο Euractiv ο Thorsten Alsleben, διευθύνων σύμβουλος της Πρωτοβουλίας Νέας Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς (INSM), μιας δεξαμενής σκέψης που συνδέεται με το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο .
Πρόσθεσε ότι, σε αντίθεση με τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του AfD, το μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα της Γερμανίας δεν ήταν η υπερβολική μετανάστευση αλλά η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων.
Το AfD ζητά μια σημαντικά πιο περιοριστική μεταναστευτική πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των «πολιτισμικά αλλότριων ειδικευμένων εργατών» και θέλει η οικονομία να βασίζεται περισσότερο στους Γερμανούς εργάτες, λέει ο Alsleben. Για τη Σαξονία – Άνχαλτ, η οποία έχει τον γηραιότερο πληθυσμό της Γερμανίας, αυτό θα επιδείνωνε την έλλειψη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού τα επόμενα χρόνια.
Δεδομένων των δημογραφικών αλλαγών, το κρατίδιο εξαρτάται από τη μετανάστευση, πρόσθεσε.
Ταυτόχρονα, το κόμμα υπόσχεται να εκτεταμένα νέα επιδόματα, μείωση φόρων και να μην αναλάβει νέο χρέος, ένας συνδυασμός που θα ήταν δύσκολο να χρηματοδοτηθεί, δήλωσε ο Alsleben.
Μια πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών του Χάλε (IWH) διαπίστωσε ότι μια κυβέρνηση του AfD με απόλυτη πλειοψηφία θα άφηνε τη Σαξονία – Άνχαλτ αντιμέτωπη με ετήσιο έλλειμμα προϋπολογισμού τουλάχιστον 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, βάσει υπολογισμών που προέκυψαν από το προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματος.
Το κρατίδιο έχει ήδη χρέος περίπου 25 δισεκατομμυρίων ευρώ, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα χρέους κατά κεφαλήν στη Γερμανία.
Επομένως, μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία του AfD θα ήταν επίσης απίθανο να εφαρμόσει πλήρως το προεκλογικό της πρόγραμμα λόγω έλλειψης κονδυλίων, κατέληξαν οι συντάκτες της μελέτης.
Γνώριμο μοτίβο
Η περίπτωση της Σαξωνίας – Άνχαλτ φυσικά δεν είναι η μοναδική.
Πρόσφατη (Ιούνιος 2026) ανάλυση της Gallup έδειξε, ότι οι Ευρωπαίοι που αντιμετωπίζουν τα υψηλότερα επίπεδα οικονομικών δυσκολιών συγκεντρώνονται ιδιαίτερα στην άκρα δεξιά.
Σε 22 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η τομή των πολιτικών πεποιθήσεων και των οικονομικών δυσκολιών δημιουργεί μια καμπύλη σχήματος U.
Όσοι υποστηρίζουν κόμματα που βρίσκονται πιο μακριά από το κέντρο, τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά, είναι πιο πιθανό να δηλώσουν ότι δεν μπόρεσαν να αντέξουν οικονομικά τροφή ή/και επαρκή στέγη κατά καιρούς τον τελευταίο χρόνο.
Ωστόσο, η καμπύλη δεν είναι συμμετρική. Οι αυτοαναφερόμενες δυσκολίες αυξάνονται πιο έντονα μεταξύ των υποστηρικτών των κομμάτων της άκρας δεξιάς από ό,τι της αριστεράς και είναι λιγότερο έντονες μεταξύ των υποστηρικτών των κεντροδεξιών κομμάτων, με συνολικά ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 10% και 30%.
Αυτή η ανάλυση αντιπαραβάλλει τα δεδομένα υποστήριξης πολιτικών κομμάτων από την Gallup World Poll με την Έρευνα Εμπειρογνωμόνων του Chapel Hill (CHES), η οποία συγκεντρώνει τη γνώμη των ειδικών για να αξιολογήσει τα κόμματα σε ένα συνεχές αριστεράς – δεξιάς.
Οι χαμηλότερες βαθμολογίες στο CHES αντανακλούν περισσότερες αριστερές απόψεις. Υψηλότερες βαθμολογίες, περισσότερες δεξιές απόψεις.
Αφού ελήφθησαν υπόψη μια σειρά δημογραφικών παραγόντων, όπως η ηλικία, το φύλο, η εκπαίδευση και η κατάσταση απασχόλησης, περίπου το 10% των ενηλίκων που αυτοπροσδιορίζονται με κεντροδεξιά κόμματα – εκείνοι με βαθμολογία CHES κοντά στο 7 – δυσκολεύονται να αντέξουν οικονομικά τρόφιμα ή στέγη.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται υποστηρικτές κομμάτων όπως το Πολιτικό Δημοκρατικό Κόμμα στην Τσεχική Δημοκρατία, το Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα στην Ισπανία.
Αντιθέτως, οι δυσκολίες είναι πιο έντονες μεταξύ των υποστηρικτών στο άκρο της δεξιάς πλευράς του φάσματος. Οι υποστηρικτές του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία (42%), του Chega στην Πορτογαλία (31%), του Reform UK (21%), του Κόμματος της Ελευθερίας της Αυστρίας (20%) και του Fidesz στην Ουγγαρία (19%) αναφέρουν από τα υψηλότερα ποσοστά δυσκολιών σε βασικές ανάγκες από οποιοδήποτε άλλο κόμμα.
Ωστόσο, τα υψηλά επίπεδα δυσκολιών δεν είναι αποκλειστικά στη δεξιά.
Αριστερά κόμματα όπως οι Σοσιαλδημοκράτες της Ρουμανίας (33%), οι Ισπανοί Σοσιαλιστές (22%), το Σιν Φέιν στην Ιρλανδία (22%) και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Αυστρίας (21%) κατατάσσονται επίσης μεταξύ των πιο οικονομικά ανασφαλών κομματικών ομάδων της Ευρώπης.

Το οικονομικό «περιβόλι» της ακροδεξιάς άνθησης
Η σύνδεση μεταξύ των οικονομικών δυσκολιών και της υποστήριξης προς τα κόμματα της Ευρώπης έρχεται σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
Οι δυσκολίες στην εξασφάλιση τροφής (13% κατά μέσο όρο) και στέγης (11%) σε αυτές τις 23 χώρες ισοφάρισαν τα προηγούμενα υψηλότερα ποσοστά τους που έχουν καταγραφεί ποτέ το 2025.
Οι αντικειμενικοί οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν παρόμοια εικόνα. Τα τελευταία χρόνια, οι μέσες τιμές τροφίμων και κατοικιών έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά, πολύ πάνω από τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από μια δεκαετία, το 2015.
Επιπλέον, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) υποβάθμισε πρόσφατα τις προβλέψεις του για την οικονομική ανάπτυξη πολλών από τις κορυφαίες οικονομίες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων αρκετών που αποτελούν μέρος αυτής της ανάλυσης, εν μέσω των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν.
Η παραπάνω κατάσταση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κεντρώες κυβερνήσεις υιοθετούν όλο και περισσότερο μέτρα που μοιάζουν πολύ έντονα να έχουν βγει από την ακροδεξιά ατζέντα, με χαρακτηριστικότερο πεδίο εφαρμογής την αντιμετανασευτική πολιτική σε επίπεδο ΕΕ, οδήγησαν στο αποτέλεσμα, τα ακροδεξιά κόμματα να κερδίζουν ένα ρεκόρ – ψήφων στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2024.
Το «φάντασμα» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης
Το πιο αιματηρό πράδειγμα της σύνδεσης της εκτεταμένης κοινωνικής οικονομικής εξαθλίωσης με την ακροδεξιά, έως και τον φασισμό, είναι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918-1933), μια πορεία παρακμής σε όλα τα επίπεδα, που οδήγησε στην άνοδο του ναζισμού.
Η οικονομική κατάσταση στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ένα νοσηρό «παζλ» που συνθέτουν τα τεράστια χρέη, ο εξοντωτικός υπερπληθωρισμός και η εξουθενωτική ύφεση.
Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιουνίου 1919) με την οποία έληξε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, επέβαλε τεράστια οικονομικά βάρη και υπέρογκες επανορθώσεις στη Γερμανία, στραγγαλίζοντας τον κρατικό προϋπολογισμό.
Φυσικά, αυτά τα βάρη σήκωσε εξολοκλήρου ο γερμανικός λαός, με την οικονομική ελίτ να «φλερτάρει» ήδη με τους αποτυχημένους «γραφικούς» ναζί του «Πραξικοπήματος της Μπυραρίας» στο Μόναχο, το 1923 και να επωφελείται της γαλαντόμας οικονομικής συνεργασίας με την αμερικανική βιομηχανία, κατά τον Μεσοπόλεμο.
Ταυτόχρονα, η εκτύπωση χρήματος για την κάλυψη των εξόδων προκάλεσαν ανεπανόρθωτη και καλπάζουσα υποτίμηση του μάρκου.
Οι τιμές διπλασιάζονταν καθημερινά και οι πολίτες κουβαλούσαν χρήματα σε καρότσια για βασικά αγαθά.
Το Κραχ του 1929 έδωσε τη «χαριστική βολή»: Η ανεργία εκτοξεύθηκε στα ύψη, η βιομηχανική παραγωγή κατέρρευσε και η λιτότητα που επέβαλε η κυβέρνηση διεύρυνε τη φτώχεια.
Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία, που, ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να επαναληφθεί ως μία εξίσου αιματηρή φάρσα.
Άλλωστε, τόσο στην πολιτική, όσο και στην οικονομία, είναι μάλλον ανόητο να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, κάνοντας το ίδιο πράγμα.

![Λιανικό εμπόριο: Κάθε πέρυσι και καλύτερα – Καμπανάκι από ΕΣΕΕ [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/lianiko-emporio.jpg)





































