Μία από τις μεγαλύτερες ανακατατάξεις στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από την ίδρυσή της, πριν από 28 χρόνια, βρίσκεται ήδη στα σκαριά, καθώς οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης επιχειρούν να συμφωνήσουν μέχρι το τέλος του έτους ένα ευρύτερο «πακέτο» για τις τρεις κορυφαίες θέσεις του θεσμού.
Η αναδιάταξη αυτή κρίνεται αναγκαία καθώς η Κριστίν Λαγκάρντ αναμένεται να αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ στις αρχές του 2027, πριν από τις επόμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές. Παράλληλα, το 2027 ολοκληρώνονται οι οκταετείς θητείες του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, και της εκτελεστικής διευθύντριας Ιζαμπέλ Σνάμπελ, όπως σημειώνουν οι Financial Times.
Ευρωπαίοι διπλωμάτες επιβεβαιώνουν ότι οι διαβουλεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει, με στόχο να υπάρξει μια συνολική συμφωνία έως το τέλος Δεκεμβρίου. Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς η νέα ηγεσία της ΕΚΤ θα κληθεί να χαράξει τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, υψηλού κόστους δανεισμού και πιέσεων στα δημόσια οικονομικά.
Η συγκυρία περιπλέκεται από την αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και εντείνει τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση αρκετών ευρωπαϊκών χωρών. Την ίδια ώρα, η ΕΚΤ έχει αυξήσει δύο φορές τα βασικά της επιτόκια μέσα στο 2026, προετοιμαζόμενη για έναν πληθωρισμό που ενδέχεται να αποδειχθεί πιο επίμονος και να διατηρηθεί έως το 2027.

Η μάχη για την προεδρία
Η κούρσα για τη διαδοχή της Λαγκάρντ παραμένει ανοιχτή. Οι δύο βασικοί υποψήφιοι που συζητούνται είναι ο Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, και ο πρώην διοικητής της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας, Κλάας Κνοτ.
Στο παρασκήνιο κινείται και ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ. Η υποψηφιότητά του, ωστόσο, θεωρείται λιγότερο πιθανή, καθώς θα δημιουργούσε μια πρωτοφανή συγκέντρωση γερμανικής επιρροής: ένας Γερμανός στην προεδρία της ΕΚΤ και ταυτόχρονα ένας Γερμανός στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για το Βερολίνο, η λύση μπορεί να βρίσκεται αλλού: ένας πρόεδρος της ΕΚΤ από άλλη χώρα θα μπορούσε να «ισορροπήσει» με έναν ισχυρό Γερμανό επικεφαλής οικονομολόγο. Ήδη συζητούνται ονόματα όπως ο οικονομολόγος του Princeton Μάρκους Μπρούνερμαϊερ, η καθηγήτρια του Stanford Μόνικα Πιατσέσι και ο πρώην υψηλόβαθμος οικονομολόγος του ΔΝΤ Τομπίας Αντριάν.
Η γερμανική επιδίωξη, όμως, συναντά τις φιλοδοξίες της Γαλλίας. Το Παρίσι εξετάζει για τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου την αντιπρόεδρο της Banque de France, Ανιές Μπενασί-Κερέ, και τη Λοράνς Μπουν, πρώην επικεφαλής οικονομολόγο του ΟΟΣΑ.
Οι ισορροπίες είναι τόσο λεπτές ώστε ένας συνδυασμός Γάλλου επικεφαλής οικονομολόγου και Ισπανού προέδρου της ΕΚΤ θα ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτός από το Βερολίνο, ενώ το Παρίσι πιθανότατα θα αντιδρούσε σε έναν συνδυασμό Ολλανδού προέδρου και Γερμανού επικεφαλής οικονομολόγου.

Η Λαγκάρντ και το επόμενο βήμα
Παρά τις φήμες για πρόωρη αποχώρηση, η ίδια η Λαγκάρντ έχει μέχρι σήμερα αποφύγει να επιβεβαιώσει τις σχετικές πληροφορίες. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν είχε δηλώσει ότι η αποχώρηση πριν από τη λήξη της θητείας της δεν αποτελεί επιλογή σε περίοδο οικονομικής αναταραχής. Τον Ιούνιο, ωστόσο, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής στάσης εφόσον οι συνθήκες βελτιωθούν.
Παράλληλα, η Λαγκάρντ συζητά εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο με το World Economic Forum το ενδεχόμενο να αναλάβει την προεδρία του οργανισμού που διοργανώνει το ετήσιο οικονομικό φόρουμ του Νταβός. Ψηφοφορία του διοικητικού συμβουλίου για τον διορισμό της θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και μέσα στο φθινόπωρο.
Το σημαντικότερο, πάντως, είναι ότι η διαδοχή στην ΕΚΤ δεν αφορά απλώς την επιλογή ενός προσώπου. Πρόκειται για μια σύνθετη πολιτική και οικονομική εξίσωση, στην οποία διασταυρώνονται οι εθνικές ισορροπίες, η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και η ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι νέες πιέσεις στον πληθωρισμό και στο δημόσιο χρέος.
Με την απόσυρση Λαγκάρντ, η Ευρώπη δεν αναζητά απλώς τον επόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ, αλλά το νέο ισοζύγιο δυνάμεων που θα καθορίσει τη νομισματική της πολιτική για τα επόμενα χρόνια.



































