Αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη δημοσιονομική και πολιτική συγκυρία βρίσκεται η Γαλλία, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το έλλειμμα την ώρα που οι αγορές αυξάνουν την πίεση στο γαλλικό δημόσιο χρέος. Όπως αναλύουν οι Financial Times, η χώρα βρίσκεται πλέον ανάμεσα σε δύο αντίθετες πιέσεις: από τη μία, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες και, από την άλλη, οι επενδυτές απαιτούν αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία, τιμωρώντας με υψηλότερα επιτόκια αυτό που θεωρούν ανεπαρκή προσπάθεια περιορισμού του χρέους.
Η ένταση αυτή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων έχουν πλησιάσει το 5%, σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί εδώ και σχεδόν 25 χρόνια. Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων — ένας από τους σημαντικότερους δείκτες της ανησυχίας των επενδυτών — έχει διευρυνθεί απότομα. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό για μια χώρα που αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Οι FT επισημαίνουν ότι η Γαλλία έχει βρεθεί σε μια παράδοξη θέση. Το κόστος με το οποίο δανείζεται το γαλλικό Δημόσιο έχει πλέον ξεπεράσει εκείνο της Ιταλίας και της Ελλάδας, χώρες που για χρόνια θεωρούνταν οι πιο ευάλωτοι κρίκοι της Ευρωζώνης. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι ορισμένες μεγάλες γαλλικές επιχειρήσεις μπορούν να δανειστούν στις αγορές με χαμηλότερο επιτόκιο από το ίδιο το γαλλικό κράτος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η εφημερίδα, πάνω από το ένα τέταρτο των γαλλικών εταιρειών επενδυτικής βαθμίδας είχε στα τέλη Σεπτεμβρίου χαμηλότερες αποδόσεις ομολόγων από αντίστοιχους τίτλους του γαλλικού Δημοσίου.

Η Γαλλία ανάμεσα στη «Σκύλα» των αγορών και τη «Χάρυβδη» των οδοφραγμάτων
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις αγορές. Η Γαλλία αντιμετωπίζει και έντονη κοινωνική αντίδραση στα σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής. Εκπαιδευτικοί, νοσηλευτές, δημόσιοι υπάλληλοι και φοιτητές έχουν διαδηλώσει κατά των περικοπών, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση μεταφέρει το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης στους πολίτες. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι φοιτητικές κινητοποιήσεις έχουν οδηγήσει σε αποκλεισμούς σχολείων και συγκρούσεις με την αστυνομία.
Έτσι, η γαλλική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Αν προχωρήσει σε μεγάλες περικοπές, κινδυνεύει να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική αντίδραση. Αν, αντίθετα, υποχωρήσει στις πιέσεις για περισσότερες δημόσιες δαπάνες, οι αγορές ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η χώρα δεν είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει το χρέος της, οδηγώντας σε ακόμη υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Το μέγεθος του προβλήματος είναι σημαντικό. Το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει φτάσει περίπου τα 3,5 τρισ. ευρώ, σχεδόν στο 120% του ΑΕΠ, επίπεδο πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους έχουν αυξηθεί τόσο πολύ ώστε αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία κρατικών δαπανών, ξεπερνώντας ακόμη και την εκπαίδευση ή την άμυνα.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει προτείνει ένα πακέτο περίπου 43 δισ. ευρώ για τον προϋπολογισμό του 2027, που περιλαμβάνει περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων. Μεταξύ άλλων, προβλέπονται περιορισμοί στις αυξήσεις των συντάξεων και μερικό πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Στόχος είναι να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ το 2027.

Δυσπιστία στις αγορές
Ωστόσο, οι αγορές παραμένουν δύσπιστες. Το γαλλικό έλλειμμα αναμένεται φέτος να αυξηθεί στο 5,4% του ΑΕΠ, αντί να σταθεροποιηθεί όπως είχε αρχικά προβλεφθεί. Ο στόχος επιστροφής κάτω από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες μοιάζει πλέον πολύ δύσκολος να επιτευχθεί στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ένας από τους βασικούς κινδύνους είναι η δημιουργία ενός φαύλου κύκλου. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, γεγονός που διευρύνει το έλλειμμα. Η αύξηση του ελλείμματος προκαλεί νέα ανησυχία στους επενδυτές, οι οποίοι απαιτούν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράσουν γαλλικό χρέος. Αυτό, με τη σειρά του, αυξάνει και πάλι το κόστος δανεισμού.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις πολιτικές εξελίξεις. Η Γαλλία οδηγείται προς μια κρίσιμη προεδρική εκλογή τον Απρίλιο, ενώ το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση. Η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν προηγείται σε αρκετές δημοσκοπήσεις και επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα περικοπών ύψους 125 δισ. ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας. Παράλληλα, όμως, τάσσεται υπέρ της μείωσης του ορίου συνταξιοδότησης για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων και της μείωσης του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και ενέργεια, μέτρα που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν εκ νέου τα δημόσια οικονομικά.
Στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και η γαλλική Αριστερά προτείνουν ακόμη πιο ριζοσπαστικές λύσεις. Ορισμένες δηλώσεις σχετικά με την ακύρωση ή διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους έχουν προκαλέσει ανησυχία στους επενδυτές, καθώς ενισχύουν τον φόβο ότι μια μελλοντική κυβέρνηση θα μπορούσε να συγκρουστεί ανοιχτά με τις αγορές.
Παρά τις ανησυχίες, αξιωματούχοι απορρίπτουν την άποψη ότι η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας κρίσης τύπου Ελλάδας. Η Γαλλία διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, μεγάλη εγχώρια αποταμίευση, αποτελεσματικό φορολογικό μηχανισμό και σταθερό τραπεζικό σύστημα. Οι δημοπρασίες κρατικών ομολόγων εξακολουθούν να προσελκύουν επενδυτές, ενώ η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη λειτουργεί ως σημαντικό δίχτυ ασφαλείας.

«Σοβαρές και ανησυχητικές» οι αναταράξεις στις αγορές
Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, χαρακτηρίζει τις αναταράξεις στις αγορές «σοβαρές και ανησυχητικές», αλλά εκτιμά ότι η χώρα μπορεί να επιστρέψει σε πιο σταθερή πορεία. Το βασικό ζητούμενο, σύμφωνα με την προσέγγισή του, είναι η Γαλλία να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών μέσω μιας αξιόπιστης δημοσιονομικής προσαρμογής.
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί σημαντικά, θα μπορούσε η ΕΚΤ να παρέμβει για να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων; Οι αγορές εξετάζουν ήδη αυτό το ενδεχόμενο, όμως τα περιθώρια δράσης της ΕΚΤ δεν είναι απεριόριστα.
Η κεντρική τράπεζα διαθέτει το λεγόμενο Transmission Protection Instrument, έναν μηχανισμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων και disorderly αναταράξεων στις αγορές κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η ενεργοποίησή του προϋποθέτει ότι η χώρα που θα επωφεληθεί ακολουθεί «υγιείς και βιώσιμες» δημοσιονομικές και μακροοικονομικές πολιτικές. Επομένως, μια άμεση διάσωση της Γαλλίας χωρίς όρους δεν θεωρείται δεδομένη.
Το ευρύτερο πρόβλημα είναι ότι μια σοβαρή κρίση στη Γαλλία δεν θα περιοριζόταν εύκολα στα σύνορά της. Ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης και βασικό πυλώνα της Ευρωζώνης, η Γαλλία είναι πολύ σημαντική για να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη περίπτωση δημοσιονομικής αστάθειας. Μια απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού της θα μπορούσε να επηρεάσει και άλλες ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, αυξάνοντας συνολικά το κόστος χρηματοδότησης στην Ευρωζώνη.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης των Financial Times είναι ότι η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Χρειάζεται δημοσιονομική προσαρμογή για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, αλλά η εφαρμογή μεγάλων περικοπών μπορεί να επιδεινώσει την κοινωνική ένταση και να πλήξει μια οικονομία που ήδη εμφανίζει ασθενή ανάπτυξη.
Η Γαλλία δεν βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση αντίστοιχη με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και η πολιτική αδυναμία επίτευξης συμφωνίας για τον προϋπολογισμό δημιουργούν μια επικίνδυνη δυναμική. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Γαλλία μπορεί να περιορίσει το έλλειμμά της, αλλά αν μπορεί να το κάνει αρκετά γρήγορα ώστε να πείσει τις αγορές, χωρίς παράλληλα να προκαλέσει μια πολιτική και κοινωνική κρίση.
Με την προεδρική εκλογή να πλησιάζει, η ισορροπία γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Οι αγορές ζητούν πειθαρχία, οι πολίτες αντιδρούν στη λιτότητα και τα πολιτικά κόμματα ανταγωνίζονται για την εξουσία. Αν η Γαλλία δεν καταφέρει να βρει έναν αξιόπιστο συμβιβασμό ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική αντοχή, η σημερινή πίεση στις αγορές θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πολύ μεγαλύτερη δοκιμασία όχι μόνο για τη γαλλική οικονομία, αλλά και για ολόκληρη την Ευρωζώνη.






































