Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε μια εποχή πρωτοφανούς αφθονίας, αυξάνοντας θεαματικά την παραγωγικότητα και μειώνοντας το κόστος παραγωγής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον νομπελίστα οικονομολόγο Τζόζεφ Στίγκλιτς, το αποτέλεσμα δεν θα είναι αυτομάτως μια καλύτερη κοινωνία. Αντίθετα, χωρίς τις κατάλληλες οικονομικές και πολιτικές επιλογές, η AI θα μπορούσε να δημιουργήσει μια οικονομία όπου λίγοι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι ιδιοκτήτες τους θα συγκεντρώνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πλούτου, ενώ η πλειονότητα θα αντιμετωπίζει ανεργία, χαμηλότερα εισοδήματα και μεγαλύτερη ανασφάλεια.
Γράφοντας στους Financial Times, ο Στίγκλιτς θεωρεί ότι οι υποστηρικτές της AI μιλούν συχνά για διαρκείς αυξήσεις παραγωγικότητας και μια νέα εποχή «υπεραφθονίας», χωρίς όμως να εξηγούν επαρκώς πώς θα γίνει η μετάβαση. Οι προηγούμενες μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις, επισημαίνει, κατέστρεψαν θέσεις εργασίας σε ορισμένους κλάδους αλλά δημιούργησαν νέες σε άλλους. Η αγροτική επανάσταση, για παράδειγμα, απομάκρυνε εκατομμύρια ανθρώπους από τη γεωργία, οι οποίοι τελικά βρήκαν εργασία στη βιομηχανία, έστω και ύστερα από μακρές περιόδους ανεργίας ή χαμηλών εισοδημάτων.
Στην περίπτωση της AI, ο ίδιος αμφισβητεί κατά πόσο θα επαναληφθεί αυτή η διαδικασία. Οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται σε δημιουργικούς κλάδους, στην εστίαση ή στην παροχή υπηρεσιών προς την τεχνολογική ελίτ, διερωτάται αν θα είναι αρκετές, αν θα αμείβονται ικανοποιητικά και αν θα προσφέρουν στους εργαζομένους την ίδια ποιότητα ζωής με τις σημερινές θέσεις εργασίας.
Ούτε η καθολική βασική εισοδηματική ενίσχυση, που προτείνεται από αρκετούς παράγοντες της τεχνολογικής βιομηχανίας, αποτελεί για τον Στίγκλιτς ικανοποιητική απάντηση. Θεωρεί ότι ένα εισόδημα που θα καταβάλλεται από το κράτος χωρίς σύνδεση με την εργασία κινδυνεύει να υπονομεύσει την αξιοπρέπεια που συνδέεται με την απασχόληση. Επιπλέον, εκτιμά ότι εάν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες εξακολουθήσουν να αντιστέκονται στη φορολόγηση, οι πόροι για ένα πραγματικά επαρκές βασικό εισόδημα θα είναι περιορισμένοι.

Ο Στίγκλιτς προειδοποιεί για μια δυαδική οικονομία
Κατά την άποψή του, αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο μιας «δυαδικής οικονομίας»: από τη μία πλευρά, μια μικρή ομάδα τεχνολογικών δισεκατομμυριούχων που θα συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερο πλούτο και, από την άλλη, η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού που θα δυσκολεύεται να επωφεληθεί από την τεχνολογική πρόοδο.
Ο Στίγκλιτς θεωρεί επίσης πιθανό να υπάρχει σήμερα μια φούσκα γύρω από την AI. Για να δικαιολογηθούν οι αποτιμήσεις και οι αποδόσεις που προσδοκούν οι επενδυτές, θα πρέπει να συνυπάρχουν τρεις προϋποθέσεις: περιορισμένος ανταγωνισμός ώστε τα κέρδη να παραμείνουν υψηλά, ταχεία τεχνολογική πρόοδος και αποτελεσματική διαχείριση της μακροοικονομίας.
Και τα τρία, υποστηρίζει, είναι αβέβαια. Η είσοδος νέων παικτών στην AI φαίνεται ευκολότερη απ’ ό,τι αρχικά θεωρούνταν, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ αμερικανικών εταιρειών και η ταχεία πρόοδος της Κίνας έχουν ήδη πιέσει τις τιμές. Αν ο ανταγωνισμός συνεχιστεί, τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών θα μειωθούν. Αντίθετα, αν δημιουργηθούν μονοπωλιακές θέσεις, τα οφέλη για τους καταναλωτές θα είναι μικρότερα και η ανισότητα μεγαλύτερη.
Ιδιαίτερο κίνδυνο βλέπει και στις τεράστιες επενδύσεις σε data centers. Αν η υιοθέτηση της AI δεν προχωρήσει με τον ρυθμό που προεξοφλούν οι επενδυτές, μπορεί να αποδειχθεί ότι η οικονομία έχει επενδύσει υπερβολικά σε υποδομές. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές απώλειες κεφαλαίου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι ίδιες οι υποδομές θα ήταν άχρηστες μακροπρόθεσμα.
Ένα ακόμη πρόβλημα που τον ανησυχεί είναι η ποιότητα της πληροφορίας. Η AI εξαρτάται από την ποιότητα των δεδομένων με τα οποία εκπαιδεύεται. Όμως, εάν η AI και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απορροφούν την αξία της πληροφορίας που παράγουν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, οι τελευταίοι θα έχουν λιγότερους πόρους και κίνητρα για τη δημιουργία αξιόπιστου περιεχομένου. Το αποτέλεσμα, προειδοποιεί, μπορεί να είναι περισσότερη χαμηλής ποιότητας πληροφορία και περισσότερο «AI slop», όπως λέει αυτό τον αχταρμά πληροφορίας που παράγει η AI.

Οι παγίδες της ΑΙ
Παράλληλα, η δυνατότητα παραγωγής deepfakes και παραπληροφόρησης μπορεί να αυξηθεί ταχύτερα από την ικανότητα εντοπισμού τους, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη, σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, αποτελεί θεμέλιο τόσο της οικονομίας όσο και της κοινωνίας. Ανησυχεί επίσης ότι η ολοένα μεγαλύτερη χρήση bots για την αναζήτηση απαντήσεων μπορεί να αποδυναμώσει τα κοινωνικά και πνευματικά δίκτυα μέσω των οποίων οι άνθρωποι αποκτούν πληροφορίες μαζί με το απαραίτητο πλαίσιο και την ερμηνεία τους.
Απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, ο Στίγκλιτς προτείνει μια «προοδευτική ατζέντα για την AI», η οποία στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: ανταγωνισμό, ρύθμιση και αξιοποίηση των κερδών παραγωγικότητας προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο πρώτος αφορά την πολιτική ανταγωνισμού. Θεωρεί ότι πρέπει να αποτραπεί η συγκέντρωση της τεχνολογικής ισχύος σε λίγους κολοσσούς, καθώς το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα ελέγχει την AI αλλά και ποιος θα απολαμβάνει τα οφέλη της. Η κυριαρχία λίγων εταιρειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερη ανισότητα και χαμηλότερα κοινωνικά οφέλη.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι η ρύθμιση. Ο οικονομολόγος απορρίπτει το επιχείρημα της τεχνολογικής βιομηχανίας ότι οι κανόνες θα περιορίσουν την καινοτομία. Αντίθετα, θεωρεί ότι η σωστή ρύθμιση μπορεί να κατευθύνει την τεχνολογική πρόοδο προς εφαρμογές που βελτιώνουν την κοινωνία, αντί να ενισχύουν απλώς την κερδοφορία των πλατφορμών ή την παραγωγή deepfakes.
Ο τρίτος και σημαντικότερος πυλώνας είναι, κατά τον ίδιο, η αναδιανομή των κερδών της παραγωγικότητας. Εάν η AI δημιουργήσει πράγματι μια οικονομία αφθονίας, τα οφέλη της θα πρέπει να μεταφραστούν σε καλύτερες αμοιβές για επαγγέλματα που η κοινωνία θεωρεί κρίσιμα. Ο Στίγκλιτς αναφέρει χαρακτηριστικά τους εκπαιδευτικούς, τους νοσηλευτές και όσους φροντίζουν ηλικιωμένους, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσαν να αμείβονται περισσότερο σύμφωνα με την κοινωνική αξία της εργασίας τους.
Για να γίνει αυτό, εκτιμά ότι θα απαιτηθούν υψηλότεροι φόροι, ιδιαίτερα σε όσους θα επωφεληθούν περισσότερο από την έκρηξη της AI. Οι τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι, υποστηρίζει, θα εξακολουθήσουν να έχουν σημαντικά οικονομικά οφέλη ακόμη και σε ένα πιο ανταγωνιστικό και περισσότερο φορολογημένο περιβάλλον.
Τελικά, ο Στίγκλιτς δεν απορρίπτει την AI. Αντίθετα, θεωρεί ότι μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια εποχή πρωτοφανούς ευημερίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι κοινωνίες θα μπορέσουν να διαχειριστούν τη μετάβαση. Η τεχνολογία, κατά την εκτίμησή του, δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον. Χρειάζονται κανόνες, ανταγωνισμός και πολιτικές που θα διασφαλίσουν ότι η νέα παραγωγικότητα δεν θα μετατραπεί σε πηγή ακόμη μεγαλύτερης ανισότητας.






































