Αντιμέτωπες με ένα πλέγμα σοβαρών εμποδίων, που ξεκινά από την έλλειψη χρηματοδότησης και φτάνει έως το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις ανεπαρκείς υποδομές και την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, βρίσκονται οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να πραγματοποιήσουν επενδύσεις.
Νέο ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταγράφει εννέα βασικά εμπόδια για τις μικρομεσαίες μεταποιητικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις. Η έρευνα βασίστηκε σε διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία και σε συνεντεύξεις με ιδιοκτήτες, ιδρυτές και διευθυντές επιχειρήσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2026.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να παραμείνουν θεατές στο νέο επενδυτικό κύμα, ιδιαίτερα στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, εάν δεν αρθούν τα εμπόδια που περιορίζουν την πρόσβασή τους σε κεφάλαια, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό.
Διαβάστε εδώ ολόκληρη την έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις: Επενδύσεις κυρίως με ίδια κεφάλαια
Η εικόνα της χρηματοδότησης είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 89% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κάλυψε το κόστος της επένδυσής του με ίδια κεφάλαια. Μόλις το 5% χρησιμοποίησε χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως το ΕΣΠΑ, ενώ μόνο το 3% προσέφυγε σε τραπεζικό δανεισμό.
Παράλληλα, το 1,4% χρησιμοποίησε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, όπως μικροχρηματοδοτήσεις και κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, ενώ μόλις το 0,2% δανείστηκε από φίλους ή συγγενείς.

Όπως επισημαίνει η έρευνα, από το 2022 έως το 2026 –μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία μεγεθυνόταν– αυξήθηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούσαν τις επενδύσεις τους με δικούς τους πόρους. Αντίθετα, περιορίστηκε η συμβολή των τραπεζών, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των άλλων πηγών χρηματοδότησης.
Επτά στις δέκα δεν επένδυσαν σε ψηφιακές τεχνολογίες
Περιορισμένη παραμένει και η ίδια η επενδυτική δραστηριότητα των μικρομεσαίων. Κατά το 2025, μόνο το 29% πραγματοποίησε επένδυση σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, ενώ το 71% δεν έκανε καμία σχετική επένδυση.
Σε μηχανολογικό εξοπλισμό και άλλα μηχανήματα επένδυσε το 20%, σε κτιριακές εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό το 12% και στην κατάρτιση ή εκπαίδευση του προσωπικού μόλις το 9%.
Οι επενδύσεις εμφανίζονται άμεσα συνδεδεμένες με το μέγεθος της επιχείρησης. Σε τεχνολογικό και ψηφιακό εξοπλισμό επένδυσε το 43% των ανωνύμων εταιρειών, αλλά μόλις το 25% των ατομικών επιχειρήσεων. Αντίστοιχα, επένδυση πραγματοποίησε το 20% των επιχειρήσεων με ετήσιο τζίρο έως 50.000 ευρώ, έναντι 47% όσων είχαν τζίρο άνω των 300.000 ευρώ.
Μεγάλες είναι οι διαφορές και ανάλογα με την απασχόληση. Από τις επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό επένδυσε μόλις το 20%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όσες απασχολούν περισσότερα από πέντε άτομα έφτασε το 46%.
Ακόμη και όταν πραγματοποιούνται επενδύσεις, τα ποσά είναι συνήθως περιορισμένα. Το 58% των επιχειρήσεων δαπάνησε έως 10.000 ευρώ, ενώ μόνο το 11% επένδυσε περισσότερα από 100.000 ευρώ μέσα στο 2025.
Πρώτο εμπόδιο η χρηματοδότηση
Η έλλειψη χρηματοδότησης χαρακτηρίζεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο, με μεγάλη απόσταση από τα υπόλοιπα. Η έρευνα αποδίδει στις τράπεζες τη μεγαλύτερη ευθύνη για τις συνθήκες παρατεταμένης πιστωτικής ασφυξίας, επισημαίνοντας ότι δεν χορηγούνται ακόμη και κεφάλαια κίνησης, ενώ κερδοφόρες επιχειρήσεις με ιστορία άνω του ενός αιώνα καλούνται να δανειστούν με επιτόκιο της τάξης του 10%.

Δυσκολίες εντοπίζονται και στην αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, λόγω της γραφειοκρατίας, του αποκλεισμού μικρών επενδυτικών σχεδίων και της μη χρηματοδότησης της αγοράς γης ή της ανέγερσης παραγωγικών εγκαταστάσεων.
Πρόβλημα αποτελεί επίσης η καταβολή της επιδότησης σε δόσεις, καθώς η επιχείρηση καλείται πρώτα να χρηματοδοτήσει την επένδυση με δικά της ή δανειακά κεφάλαια και να εισπράξει την ενίσχυση αργότερα. Έτσι, μπορεί να αναγκαστεί να λάβει δάνειο με επιτόκιο 8%-10%, περιορίζοντας ή ακόμη και εξαλείφοντας το όφελος της επιχορήγησης.
Ενέργεια έως και τέσσερις φορές ακριβότερη
Ιδιαίτερα επιβαρυντικό είναι το ενεργειακό κόστος, το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, έχει πολλαπλασιαστεί. Σε ορισμένους κλάδους, το κόστος παραγωγής είναι τρεις έως τέσσερις φορές υψηλότερο σε σχέση με το 2021.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια παραγωγή δύο ταχυτήτων. Επιχειρήσεις που βρίσκονται στο όριο της επιβίωσης περιορίζουν, όπου μπορούν, τη χρήση μηχανών και επιστρέφουν σε χειρωνακτικές εργασίες. Αντίθετα, όσες διαθέτουν κεφάλαια επενδύουν σε σύγχρονο, ενεργειακά αποδοτικό εξοπλισμό και αποκτούν πρόσθετο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Εμπόδιο αποτελούν και οι καθυστερήσεις στην επέκταση του ηλεκτρικού δικτύου, όπως και η αδυναμία ένταξης εγκαταστάσεων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε ένα απαρχαιωμένο δίκτυο μεταφοράς.
Από τις υποδομές έως το Κτηματολόγιο
Στα υπόλοιπα εμπόδια περιλαμβάνονται η εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού από το εξωτερικό, η περιορισμένη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα, οι ελλιπείς μεταφορικές και ψηφιακές υποδομές, το κανονιστικό βάρος και η καθυστέρηση ολοκλήρωσης του Κτηματολογίου.
Οι επιχειρήσεις εκτός Αθήνας επιβαρύνονται από ακριβά και αραιά δρομολόγια, ακόμη και όταν βρίσκονται σε απόσταση μόλις 100 χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα. Την ανάπτυξή τους δυσχεραίνουν επίσης οι χαμηλές ταχύτητες του διαδικτύου.
Ταυτόχρονα, η έλλειψη πιστοποιημένου τεχνικού προσωπικού αναγκάζει τις παραγωγικές επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν οι ίδιες το κόστος της κατάρτισης, ακόμη και όταν οι εργαζόμενοι προέρχονται από σχετικές τεχνικές σχολές.
Τέλος, η άνοδος των τιμών της επαγγελματικής στέγης και της γης, ιδιαίτερα σε τουριστικές περιοχές, λειτουργεί αποτρεπτικά για την επέκταση της παραγωγής. Η στροφή προς τον τουρισμό, όταν φτάνει στα όρια του υπερτουρισμού, οδηγεί σύμφωνα με την έρευνα στον εκτοπισμό παραγωγικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων.
Τα εμπόδια
Τα εννέα βασικά εμπόδια που καταγράφονται είναι:
-Η έλλειψη χρηματοδότησης και οι δυσκαμψίες του ΕΣΠΑ.
-Οι δυσκολίες εισαγωγής και χρήσης μηχανολογικού εξοπλισμού.
-Η ανεπαρκής ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες.
-Οι ελλιπείς μεταφορικές και ψηφιακές υποδομές.
-Το επιβαρυντικό ρυθμιστικό περιβάλλον.
-Το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
-Η ελλιπής κρατική υποστήριξη.
-Η έλλειψη εξειδικευμένου και πιστοποιημένου προσωπικού.
-Η αύξηση του κόστους της γης και των επαγγελματικών ενοικίων.


































