Η στενή σχέση που έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα μεταξύ των τιμών του πετρελαίου, των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και των μετοχών μπορεί να οδηγεί τους επενδυτές σε λανθασμένα συμπεράσματα υποστηρίζει ο Τζέιμς Μάκιντος, αρθρογράφος της Wall Street Journa. Η μέχρι τώρα εικόνα είναι αρκετά καθαρή: όταν ανεβαίνει το πετρέλαιο, αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων και πιέζονται οι μετοχές. Μάλιστα, η ημερήσια συσχέτιση μεταξύ της απόδοσης του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου και των futures του πετρελαίου έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Ο Μάκιντος θέτει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα: μήπως η αγορά ομολόγων δίνει υπερβολικά μεγάλη σημασία στις κινήσεις του πετρελαίου; Αν συμβαίνει αυτό, τότε οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ενδέχεται να έχουν ανέβει περισσότερο από όσο δικαιολογούν τα θεμελιώδη δεδομένα, με συνέπειες όχι μόνο για το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης αλλά και για τις αποτιμήσεις των μετοχών.
Το πετρέλαιο επηρεάζει τον πληθωρισμό, αλλά για πόσο;
Ο Μάκιντος θεωρεί λογικό να επηρεάζονται οι βραχυπρόθεσμες αποδόσεις των ομολόγων από μια άνοδο του πετρελαίου. Ακριβότερη ενέργεια σημαίνει υψηλότερο πληθωρισμό και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη πίεση στη Federal Reserve να διατηρήσει ή να αυξήσει τα επιτόκια.
Το πρόβλημα, κατά τον ίδιο, βρίσκεται στην αυτόματη μεταφορά αυτής της επίδρασης στα μακροπρόθεσμα ομόλογα. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού έχει φτάσει περίπου στο 5,2%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Ο πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Βίτορ Κονστάντσιο θεωρεί ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί μια τόσο άμεση σχέση ανάμεσα σε μια σημερινή μεταβολή της τιμής του πετρελαίου και στην απόδοση ενός ομολόγου που λήγει σε δέκα χρόνια.
Η βασική ένσταση είναι ότι ένα σοκ στο πετρέλαιο δεν αυξάνει επ’ άπειρον τον πληθωρισμό. Εάν η τιμή του πετρελαίου αυξηθεί και στη συνέχεια σταθεροποιηθεί, η άμεση επίδρασή της στον πληθωρισμό σταδιακά εξαφανίζεται. Αν, μάλιστα, το υψηλό κόστος ενέργειας επιβαρύνει τόσο την οικονομία ώστε να περιορίσει την ανάπτυξη, μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερο πληθωρισμό εκτός ενέργειας.

Γιατί, λοιπόν, τα ομόλογα αντιδρούν τόσο έντονα;
Ο Μάκιντος εξετάζει αρκετές πιθανές εξηγήσεις.
Η πρώτη είναι δημοσιονομική. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου μπορεί να υποχρεώσουν τις κυβερνήσεις να αυξήσουν επιδοτήσεις, να μειώσουν φόρους ή να λάβουν άλλα μέτρα στήριξης. Αυτό θα μπορούσε να επιδεινώσει τα ήδη υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Σε μια αγορά όπου οι επενδυτές ανησυχούν ήδη για το αμερικανικό χρέος, περισσότερος δανεισμός θα μπορούσε να σημαίνει υψηλότερες απαιτούμενες αποδόσεις.
Μια δεύτερη εξήγηση συνδέει το πετρέλαιο με την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Η παγκόσμια οικονομία τροφοδοτείται από τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στα data centers. Μια ισχυρότερη οικονομία μπορεί να αυξάνει ταυτόχρονα τη ζήτηση για πετρέλαιο και τις αποδόσεις των ομολόγων. Σε αυτή την περίπτωση, το πετρέλαιο δεν προκαλεί απαραίτητα την άνοδο των αποδόσεων· και τα δύο μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός τρίτου παράγοντα: της ισχυρότερης ανάπτυξης.
Ο Μάκιντος εξετάζει επίσης την άποψη ότι οι αγορές ίσως υπεραντιδρούν στις βραχυπρόθεσμες μεταβολές των επιτοκίων, μεταφέροντας τις προσδοκίες αυτές υπερβολικά μακριά στην καμπύλη των αποδόσεων. Μια αντίθετη θεωρία υποστηρίζει ότι οι επενδυτές απλώς δεν μπορούν να γνωρίζουν ποιο μέρος μιας αύξησης επιτοκίων θα αποδειχθεί μόνιμο και ποιο προσωρινό, με αποτέλεσμα να ενσωματώνουν ένα μέρος της αλλαγής και στα μακροπρόθεσμα ομόλογα.

Η ιστορία δείχνει ότι η σχέση δεν είναι καινούργια
Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η στενή σχέση πετρελαίου και ομολόγων έχει εμφανιστεί και σε άλλες περιόδους κρίσης: στον Πόλεμο του Κόλπου το 1990-91, το 2010 και το 2012, όταν οι ανησυχίες για την ανάπτυξη και την κρίση της ευρωζώνης επηρέασαν ταυτόχρονα τις δύο αγορές, αλλά και το 2016 και το 2020.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το πετρέλαιο προκαλεί τις κινήσεις των ομολόγων. Δείχνει, όμως, ότι σε περιόδους έντονης οικονομικής ή γεωπολιτικής αβεβαιότητας οι δύο αγορές μπορούν να κινηθούν πολύ στενά.
Ο Μάκιντος καταλήγει ότι πιθανότατα δεν υπάρχει μία και μοναδική εξήγηση. Ένα μέρος της σχέσης μπορεί να οφείλεται στο πετρέλαιο, ένα άλλο στη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ, ένα άλλο στην ισχυρή ανάπτυξη που συνδέεται με την AI και ένα ακόμη στη συμπεριφορά των ίδιων των επενδυτών.
Για τον ίδιο, πάντως, οι σημερινές αποδόσεις των ομολόγων αρχίζουν να γίνονται ελκυστικές. Βλέπει τα αμερικανικά ομόλογα —και ακόμη περισσότερο τα βρετανικά — ως πιθανό αντιστάθμισμα σε περίπτωση που η επενδυτική έκρηξη γύρω από την AI αποδειχθεί υπερβολική. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει τους κινδύνους: το αμερικανικό χρέος, μια Federal Reserve που ενδέχεται να έχει καθυστερήσει να αντιδράσει στην ισχυρή ανάπτυξη και, φυσικά, η αβεβαιότητα γύρω από το πετρέλαιο παραμένουν παράγοντες που μπορούν να κρατήσουν τις αποδόσεις υψηλά.








































