Σε θετικότερες εκτιμήσεις για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών τραπεζών καταλήγει η UBS, μετά τη συμμετοχή της σε ένα από τα μεγαλύτερα συνέδρια του χρηματοπιστωτικού κλάδου στην Ευρώπη, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο. Όπως επισημαίνει, τα στελέχη των τραπεζών εμφανίζονται ολοένα και πιο αισιόδοξα για την κερδοφορία μεσοπρόθεσμα, καθώς η ανάπτυξη των εργασιών τους δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τα υψηλά επιτόκια. Η επιτάχυνση των δανειοδοτήσεων, η ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και οι επικείμενες ρυθμιστικές αλλαγές δημιουργούν πρόσθετες προοπτικές ανάπτυξης.
Κεντρικό συμπέρασμα της UBS είναι η επιστροφή της αύξησης των τραπεζικών ισολογισμών, με τις επιχειρηματικές χορηγήσεις να επιταχύνονται και να διευρύνονται σε περισσότερους κλάδους. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η Ευρώπη ενδέχεται να εισέρχεται στα πρώτα στάδια ενός πολυετούς κύκλου επενδύσεων και αύξησης της μόχλευσης, έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια ώρα, η ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων παραμένει ανθεκτική και η δημιουργία κεφαλαίου ισχυρή.
Η UBS αναγνωρίζει ότι ο ανταγωνισμός για τις καταθέσεις παραμένει ένας παράγοντας που χρειάζεται παρακολούθηση
Επιστρέφει η πιστωτική επέκταση
Η επιτάχυνση των χορηγήσεων αποτελεί, κατά την UBS, μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που αναδείχθηκαν στο συνέδριο. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενισχύουν αυτή την εικόνα, καθώς η αύξηση των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε σταδιακά, από σχεδόν μηδενικά επίπεδα στις αρχές του 2024, στο 3,1% τον Ιούλιο του 2026. Κινητήριος δύναμη είναι οι επιχειρηματικές χορηγήσεις, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 3,9% τον ίδιο μήνα, με ταχύτερο ρυθμό από τα δάνεια προς τα νοικοκυριά.
Η δυναμική αυτή συνδέεται με τις αυξημένες επενδυτικές ανάγκες της Ευρώπης σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι υποδομές, η άμυνα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, η UBS επισημαίνει ότι η πιστωτική επέκταση δεν περιορίζεται πλέον σε συγκεκριμένους κλάδους, αλλά εξαπλώνεται σε ευρύτερο τμήμα της οικονομίας. Καθώς οι προηγούμενοι επενδυτικοί κύκλοι είχαν διάρκεια περίπου τεσσάρων έως έξι ετών, η τρέχουσα ανάκαμψη θα μπορούσε να έχει συνέχεια.
Ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία από τη μεταποίηση, με τον σχετικό δείκτη PMI της Ευρωζώνης να διαμορφώνεται στις 52,7 μονάδες τον Σεπτέμβριο. Ιστορικά, η βελτίωση των δεικτών PMI έχει συνδεθεί με ενίσχυση της επιχειρηματικής πιστωτικής επέκτασης σε ορίζοντα έξι έως δώδεκα μηνών. Την τάση αυτή, σύμφωνα με την UBS, επιβεβαίωσαν στο συνέδριο τράπεζες όπως η Deutsche Bank, η ING και η Bank of Ireland, ενώ αντίστοιχες ευκαιρίες εντοπίζονται και στη βρετανική αγορά.
Η πρόσφατη άνοδος των ευρωπαϊκών αποδόσεων των ομολόγων βελτιώνει τις προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών
Τα επιτόκια παραμένουν σύμμαχος, αλλά διευρύνονται οι πηγές εσόδων
Η πρόσφατη άνοδος των ευρωπαϊκών αποδόσεων των ομολόγων βελτιώνει τις προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, ιδιαίτερα από το 2026 και μετά. Παράλληλα, οι τράπεζες εμφανίζονται πλέον λιγότερο ευάλωτες στις μεταβολές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, χάρη στις διαρθρωτικές αντισταθμίσεις κινδύνου, στη σχετική σταθερότητα των επιτοκίων καταθέσεων και στην αύξηση των δανειακών όγκων.
Η UBS αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι ο ανταγωνισμός για τις καταθέσεις παραμένει ένας παράγοντας που χρειάζεται παρακολούθηση, με τη Γερμανία και την Ισπανία να αναφέρονται από την ING και τη Deutsche Bank ως αγορές όπου οι πιέσεις είναι ήδη έντονες. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι διοικήσεις των τραπεζών εκτιμούν ότι η μετακύλιση των μεταβολών των επιτοκίων στους καταθέτες θα παραμείνει διαχειρίσιμη, χωρίς ενδείξεις γενικευμένου, υπερβολικού ανταγωνισμού.
Πέρα από τα επιτοκιακά έσοδα, αυξανόμενη σημασία αποκτούν οι προμήθειες και η διαχείριση περιουσίας. Τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό μέρος των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε καταθέσεις, ενώ οι κυβερνήσεις και οι ρυθμιστικές αρχές επιδιώκουν την ενίσχυση της συμμετοχής στις κεφαλαιαγορές, μεταξύ άλλων μέσω μεταρρυθμίσεων στα συνταξιοδοτικά συστήματα. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ευκαιρίες για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές να προσελκύσουν νέα κεφάλαια. Η BNP Paribas, για παράδειγμα, ανέδειξε τις ασφαλιστικές εργασίες, τη διαχείριση περιουσίας και τη διαχείριση κεφαλαίων ως βασικούς πυλώνες της επόμενης φάσης αύξησης των εσόδων της.
Η τεχνητή νοημοσύνη περνά από τη μείωση κόστους στην ανάπτυξη
Η τεχνητή νοημοσύνη βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων στο συνέδριο, με την UBS να επισημαίνει ότι η προσέγγιση των χρηματοπιστωτικών ομίλων έχει πλέον διευρυνθεί. Η αξιοποίησή της δεν περιορίζεται στη μείωση του λειτουργικού κόστους, αλλά επεκτείνεται στην προσέλκυση πελατών, στη βελτίωση της τιμολόγησης, στη διαχείριση κινδύνων και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και των εσόδων.
Η Lloyds έχει τοποθετήσει την τεχνητή νοημοσύνη στον πυρήνα της στρατηγικής της «Accelerate 2030», ενώ η ING δίνει έμφαση στον συνολικό ανασχεδιασμό των διαδικασιών, αντί της απλής προσθήκης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στις υφιστάμενες χειροκίνητες εργασίες. Η AXA, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί ήδη την τεχνολογία για την ταχύτερη διαχείριση αποζημιώσεων, τον εντοπισμό ασφαλιστικής απάτης και τη βελτίωση της σχέσης με τους πελάτες.
Ισχυρή κεφαλαιακή βάση και υψηλές διανομές στους μετόχους
Η ισχυρή δημιουργία κεφαλαίου εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της επενδυτικής εικόνας των ευρωπαϊκών τραπεζών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UBS Investment Bank, οι ευρωπαϊκές τράπεζες αναμένεται να διανείμουν περίπου το 75% των κερδών τους μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, με τη συνολική απόδοση προς τους μετόχους να εκτιμάται στο 7,4% για το 2027.
Όπως προκύπτει από τις συζητήσεις με τις διοικήσεις, περιορισμένη είναι η διάθεση για συσσώρευση κεφαλαίων πέραν των αναγκαίων. Μέρος του πλεονάζοντος κεφαλαίου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε εξαγορές, ωστόσο δεν διαφαίνεται προς το παρόν ισχυρό ενδιαφέρον για μεγάλες διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές. Την ίδια ώρα, το ρυθμιστικό περιβάλλον φαίνεται να μετατοπίζεται από τη διαρκή αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων προς ζητήματα ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, τιτλοποιήσεων και απλοποίησης των κανόνων.
Το συνέδριο ενισχύει τη θετική στάση της UBS απέναντι στις ευρωπαϊκές τράπεζες, τις οποίες αξιολογεί ως «Attractive», έναντι των ασφαλιστικών, για τις οποίες διατηρεί ουδέτερη στάση («Neutral»)
Οι ασφαλιστικές αντιμέτωπες με αυξανόμενες πιέσεις στις τιμολογήσεις
Σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές ασφαλιστικές, η UBS διαπιστώνει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν υγιή, με ισχυρούς ισολογισμούς και τις υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων να προσφέρουν στήριξη. Ωστόσο, ο κύκλος τιμολόγησης γίνεται λιγότερο ευνοϊκός, καθώς οι ανταγωνιστικές πιέσεις εντείνονται στους κλάδους ασφάλισης περιουσίας και ατυχημάτων, τόσο στις εμπορικές ασφαλίσεις όσο και στις αντασφαλίσεις, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται και σε ορισμένες κατηγορίες λιανικής.
Στον κλάδο των αντασφαλίσεων, εφόσον δεν υπάρξει κάποιο μεγάλο γεγονός που θα απορροφήσει σημαντικά κεφάλαια, οι πιέσεις στις τιμές και στους όρους των συμβολαίων αναμένεται να συνεχιστούν και στις επόμενες ανανεώσεις, επηρεάζοντας τα περιθώρια κέρδους και τους όγκους εργασιών. Η Munich Re συμμερίζεται αυτή την πιο επιφυλακτική προσέγγιση, στρέφοντας μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων της σε άλλους ασφαλιστικούς κλάδους, χωρίς να αποκλείει την επιστροφή στις ασφαλίσεις περιουσίας και ατυχημάτων εφόσον βελτιωθούν οι συνθήκες. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, πάντως, εκτιμά ότι η κλιματική αλλαγή και η αύξηση των κινδύνων από φυσικές καταστροφές θα συνεχίσουν να ενισχύουν τη ζήτηση για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές καλύψεις.
Προτίμηση στις τράπεζες έναντι των ασφαλιστικών
Συνολικά, το συνέδριο ενισχύει τη θετική στάση της UBS απέναντι στις ευρωπαϊκές τράπεζες, τις οποίες αξιολογεί ως «Attractive», έναντι των ασφαλιστικών, για τις οποίες διατηρεί ουδέτερη στάση («Neutral»). Η επενδυτική εικόνα των τραπεζών στηρίζεται πλέον σε περισσότερους παράγοντες από τα επιτόκια, με την αύξηση των χορηγήσεων, τον επενδυτικό κύκλο στην Ευρώπη, τις προμήθειες, τη διαχείριση περιουσίας και την τεχνητή νοημοσύνη να διευρύνουν τις προοπτικές κερδοφορίας.
Η UBS επισημαίνει ότι οι διοικήσεις διατηρούν υψηλή εμπιστοσύνη στους μεσοπρόθεσμους στόχους κερδοφορίας, όπως στην απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE), καθώς και στις δυνατότητες διανομής κεφαλαίου στους μετόχους. Στους βασικούς κινδύνους για τον κλάδο περιλαμβάνονται η μακροοικονομική αβεβαιότητα, ένας δυσμενέστερος του αναμενομένου πιστωτικός κύκλος, η υποχώρηση των εσόδων από τις αγορές, αυστηρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και η ενίσχυση του ανταγωνισμού.





































