Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 αποτυπώνει μια ελληνική οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται, παρά την αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα. Η προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3%, η ενίσχυση των επενδύσεων κατά 7,9%, η υποχώρηση της ανεργίας στο 7,9% και η περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους συνθέτουν μια θετική μακροοικονομική εικόνα. Οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία που βίωσε παρατεταμένη αποεπένδυση, απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου και σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις κατά την προηγούμενη δεκαετία.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Είναι εάν η σημερινή μεγέθυνση δημιουργεί νέες παραγωγικές δυνατότητες και τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων. Ο Προϋπολογισμός του 2027 πρέπει επομένως να αξιολογηθεί όχι μόνο ως δημοσιονομικό σχέδιο, αλλά και ως ένδειξη της κατεύθυνσης του παραγωγικού μετασχηματισμού της χώρας.
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι προϋπόθεση, όχι αναπτυξιακός προορισμός
Το προσχέδιο προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ και μείωση του δημόσιου χρέους στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027, από 136,7% το 2026. Η δημοσιονομική σταθερότητα περιορίζει την αβεβαιότητα, βελτιώνει τις συνθήκες χρηματοδότησης και ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Αποτελεί, συνεπώς, σημαντικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα.
Δεν εξασφαλίζει, όμως, αυτομάτως υψηλότερη παραγωγικότητα.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες και ταυτόχρονα να διατηρεί περιορισμούς στην παραγωγική της βάση, στην τεχνολογική ένταση των επιχειρήσεων και στη δυνατότητα δημιουργίας προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η επόμενη πρόκληση είναι να μετατραπεί η δημοσιονομική αξιοπιστία σε παραγωγική ισχύ.
Αυτό απαιτεί επενδύσεις που αυξάνουν το πραγματικό παραγωγικό κεφάλαιο και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα πέρα από τον χρονικό ορίζοντα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.
Το 7,9% των επενδύσεων και το πραγματικό αναπτυξιακό ερώτημα
Η πρόβλεψη για αύξηση των επενδύσεων κατά 7,9% το 2027 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Προϋπολογισμού. Ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα φτάσει το 18,6%, έναντι 17,8% το 2026.
Η βελτίωση είναι ουσιαστική, ιδιαίτερα μετά τη μακρά περίοδο αποεπένδυσης.
Εντούτοις, η αύξηση του επενδυτικού ποσοστού δεν αρκεί για να τεκμηριώσει τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Η οικονομική αξία των επενδύσεων εξαρτάται από τη σύνθεσή τους, την τεχνολογική τους ένταση, τις παραγωγικές διασυνδέσεις και τη διάρκεια των αποτελεσμάτων τους.
Οι επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενεργειακά και μεταφορικά δίκτυα, ψηφιακές εφαρμογές και ερευνητικές υποδομές μπορούν να αυξήσουν τη μελλοντική παραγωγική ικανότητα. Αντίθετα, η αύξηση της αξίας υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη δημιουργία νέου παραγωγικού κεφαλαίου.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να μετακινηθεί από το ύψος των επενδύσεων στην ποιότητά τους, υπό το πρίσμα της συμβολής στην κοινωνικοοικονομική ανθεκτικότητα όχι μόνο σήμερα ή του χρόνου, αλλά τουλάχιστον σε βάθος 5ετίας.
Έξυπνη εξειδίκευση αντί για οριζόντια κατανομή πόρων
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα παραγωγικό μοντέλο που θα αξιοποιεί συγκεκριμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και θα συνδέει τις δημόσιες επενδύσεις με νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Η στρατηγική έξυπνης εξειδίκευσης μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο εργαλείο, εφόσον αποκτήσει σαφή παραγωγικό προσανατολισμό.
· Στην αγροδιατροφή, η σύνδεση σύγχρονων υδατικών υποδομών με γεωργία ακριβείας και εξειδικευμένη μεταποίηση μπορεί να αυξήσει την αξία της παραγωγής.
· Στην ενέργεια, τα νέα δίκτυα και οι υποδομές αποθήκευσης μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για ανάπτυξη εξοπλισμού, τεχνολογιών και εξειδικευμένων υπηρεσιών.
· Στις μεταφορές και στην εφοδιαστική αλυσίδα, η διασύνδεση λιμένων, σιδηροδρόμων και εμπορευματικών κέντρων μπορεί να υποστηρίξει τη μεταποίηση, το διεθνές εμπόριο και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Το ζητούμενο δεν είναι όλες οι περιφέρειες να επιδιώκουν τις ίδιες δραστηριότητες. Είναι να διαμορφώνουν παραγωγικά οικοσυστήματα με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες. Και εδώ είναι ακόμα ένας προβληματισμός: Μπορούν οι Περιφέρειες να σταθμίσουν τις πραγματικές σημερινές και μεσοπρόθεσμες δυνατότητές τους;
Η έρευνα ως παραγωγικός συντελεστής
Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική επένδυση στην έρευνα και στην τεχνολογία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης στην Ελλάδα ανήλθαν το 2024 σε 3,62 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 1,53% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 2,26% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υστέρηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ερευνητικής έντασης της οικονομίας. Ο Προϋπολογισμός του 2027 προσφέρει την ευκαιρία να τεθεί ένα ευρύτερο αναπτυξιακό ερώτημα: ποιο μέρος των διαθέσιμων δημόσιων και ιδιωτικών πόρων μετατρέπεται σε τεχνολογική γνώση, καινοτομία και νέες παραγωγικές δραστηριότητες;
Η χώρα χρειάζεται κοινές ερευνητικές υποδομές, κέντρα δοκιμών και πιστοποίησης, πιλοτικές εγκαταστάσεις και ουσιαστικές συνεργασίες πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Η χρηματοδότηση της έρευνας πρέπει να συνδέεται με τη δημιουργία νέων τεχνολογικών ικανοτήτων, χωρίς να παραγνωρίζεται η αυτοτελής αξία της βασικής επιστημονικής έρευνας.
Το αναπτυξιακό αποτύπωμα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η σταδιακή ολοκλήρωση των παρεμβάσεων του Ταμείου Ανάκαμψης καθιστά αναγκαία τη διαμόρφωση ενός νέου, μακροχρόνιου επενδυτικού σχεδιασμού.
Προτείνεται η υιοθέτηση ενός δεκαετούς Εθνικού Προγράμματος Παραγωγικού Μετασχηματισμού, που θα συνδέει τις δημόσιες επενδύσεις, την έξυπνη εξειδίκευση, την έρευνα και τις ιδιωτικές παραγωγικές πρωτοβουλίες.
Η αποτελεσματικότητά του πρέπει να αξιολογείται με συγκεκριμένους δείκτες: αύξηση παραγωγικότητας, εξαγωγική προστιθέμενη αξία, νέες επιχειρήσεις έντασης γνώσης, ιδιωτικές επενδύσεις και θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης.
Η απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων δεν πρέπει να αποτελεί το τελικό κριτήριο επιτυχίας. Η ολοκλήρωση ενός χρηματοδοτούμενου έργου είναι διοικητικό αποτέλεσμα. Η δημιουργία νέας παραγωγικής αξίας είναι αναπτυξιακό αποτέλεσμα.
Το μέλλον της οικονομίας απαιτεί περισσότερα από θετικούς δείκτες
Ο Προϋπολογισμός του 2027 παρουσιάζει μια οικονομία με θετικές προοπτικές. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η αξιοποίηση αυτής της συγκυρίας για τη δημιουργία ενός ανθεκτικότερου παραγωγικού συστήματος.
Η χώρα χρειάζεται να μετατρέψει τη δημοσιονομική σταθερότητα σε παραγωγικό κεφάλαιο, την επενδυτική κινητικότητα σε τεχνολογική αναβάθμιση και την επιστημονική γνώση σε νέες επιχειρηματικές δυνατότητες.
Το μεγαλύτερο αναπτυξιακό κόστος δεν είναι μόνο οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιούνται. Είναι οι παραγωγικές δραστηριότητες που δεν δημιουργούνται και η μελλοντική οικονομική αξία που χάνεται.
Η επιτυχία του Προϋπολογισμού του 2027 δεν θα κριθεί μόνο από την επίτευξη ανάπτυξης 2,3%, αλλά από το εάν αυτή η ανάπτυξη θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια παραγωγικότερη και ανθεκτικότερη ελληνική οικονομία την επόμενη δεκαετία.
Ο Δημήτρης Δημητρίου είναι Καθηγητής, Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Διοίκηση Εφοδιαστικής Αλυσίδας, Ιδρυτής του Ερευνητικού Εργαστηρίου MaGBISE, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Κύριες βιβλιογραφικές αναφορές
1. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (2026). Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2027, 5 Οκτωβρίου. Επίσημο κείμενο.
2. Eurostat (2026). Investment share of GDP by institutional sectors. Dataset sdg_08_11.
3. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (2026). Δαπάνες Έρευνας & Ανάπτυξης στην Ελλάδα, 2024.
4. Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (2022). Εθνική Στρατηγική Έξυπνης Εξειδίκευσης 2021–2027.
5. Dimitriou, D. (2022). Criticality of a regional airport development to mitigate COVID-19 economic effects. Case Studies on Transport Policy, 10(1), 581–590.









































