Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποτελεί διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σε μια περίοδο αυξημένων απαιτήσεων, υψηλού ανταγωνισμού και ανάγκης για παραγωγικό μετασχηματισμό, η συζήτηση γύρω από τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ερώτημα «ποιο πρόγραμμα είναι ανοιχτό». Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: πώς μπορεί μια επιχείρηση να αξιοποιήσει τη χρηματοδότηση ως μοχλό στρατηγικής ανάπτυξης;
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική βελτίωση σε βασικούς δείκτες, με την επιχειρηματικότητα να λειτουργεί πλέον σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης σταθερότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι προκλήσεις παραμένουν. Το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας, η ανάγκη εκσυγχρονισμού του παραγωγικού μοντέλου, η πίεση για εξωστρέφεια, ψηφιακή μετάβαση, πράσινη προσαρμογή και καινοτομία δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο απαιτήσεων για τις επιχειρήσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν είναι απλώς μια ευκαιρία άντλησης κεφαλαίων. Είναι ένας μηχανισμός που μπορεί να επιταχύνει επενδύσεις, να μειώσει το χρηματοδοτικό κόστος, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να επιτρέψει σε επιχειρήσεις κάθε μεγέθους να υλοποιήσουν σχέδια που διαφορετικά θα παρέμεναν σε αναμονή.
Ένα ευρύ πλέγμα διαθέσιμων εργαλείων
Την τρέχουσα περίοδο οι επιχειρήσεις έχουν στη διάθεσή τους ένα σημαντικό πλέγμα χρηματοδοτικών επιλογών, μέσα από τον Αναπτυξιακό Νόμο, το ΕΣΠΑ 2021-2027, τα περιφερειακά προγράμματα, τις δράσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και νέες παρεμβάσεις που συνδέονται με κρίσιμες τεχνολογίες και στρατηγικούς τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Στο πλαίσιο του Αναπτυξιακού Νόμου 4887/2022, βρίσκονται σε εξέλιξη καθεστώτα όπως η «Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα», οι «Μεγάλες Επενδύσεις» και το «Καθεστώς Περιοχών Ειδικής Ενίσχυσης». Πρόκειται για παρεμβάσεις που στοχεύουν σε παραγωγικές επενδύσεις, στην ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης και στην υποστήριξη επιχειρηματικών σχεδίων με ουσιαστικό αναπτυξιακό αποτύπωμα. Το κάθε καθεστώς επικεντρώνεται σε μία συγκεκριμένη στόχευση σε τομεακό και χωρικό επίπεδο με ένταση ενίσχυσης ως 75%.

Παράλληλα, στο ΕΣΠΑ 2021-2027 αναπτύσσονται δράσεις που απευθύνονται κυρίως σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η δράση «Παράγουμε στην Ελλάδα», για παράδειγμα, στοχεύει στην ενίσχυση υφιστάμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα της μεταποίησης, με επενδυτικά σχέδια έως 400.000 ευρώ και καταληκτική ημερομηνία υποβολής, την 2η Ιουλίου 2026. Το ποσοστό επιχορήγησης ορίζεται ως 55%.
Αντίστοιχα, δράσεις όπως το «Επιχειρώ Στερεά» ενισχύουν υφιστάμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε περιφερειακό επίπεδο, με στόχο την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων που συνδέονται με την έξυπνη εξειδίκευση και την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας. Η περίοδος υποβολής για τη συγκεκριμένη δράση ολοκληρώνεται στις 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Ταυτόχρονα, η προδημοσίευση δράσεων για στρατηγικές τεχνολογίες, STEP και Defence, αποτυπώνει τη μετατόπιση των ευρωπαϊκών και εθνικών προτεραιοτήτων προς κλάδους υψηλής τεχνολογικής σημασίας, κρίσιμες αλυσίδες αξίας και βιομηχανικές δυνατότητες διττής χρήσης.
Εξαιρετική σημασία έχουν επίσης οι Δράσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας μέσω πλήθους χρηματοδοτικών εργαλείων με κυρίαρχο το ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ με χαρτοφυλάκιο 3,5 δις ευρώ. Εκτιμάται ότι εντός του έτος η ΕΑΤ θα λάβει το Pillar Assesment από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – την πιστοποίηση που θα την καταστήσει «εταίρο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνοντάς της τη δυνατότητα να διαχειρίζεται απευθείας κοινοτικούς πόρους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί ικανή να διαχειριστεί απευθείας ευρωπαϊκούς πόρους 2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας έπειτα από την ολοκλήρωσή του.
Η χρηματοδότηση δεν αρκεί από μόνη της
Η ύπαρξη διαθέσιμων πόρων, όσο σημαντική και αν είναι, δεν εγγυάται από μόνη της την επιτυχία ενός επενδυτικού σχεδίου. Αντιθέτως, πολλές φορές η δυσκολία δεν βρίσκεται στην εύρεση ενός προγράμματος, αλλά στη σωστή επιλογή, στην τεκμηρίωση της επένδυσης, στην προετοιμασία του φακέλου, στη ρεαλιστική αποτύπωση του προϋπολογισμού και, κυρίως, στη σύνδεση της χρηματοδότησης με τις πραγματικές ανάγκες και δυνατότητες της επιχείρησης.
Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο πρέπει να εξυπηρετεί τον επιχειρηματικό σχεδιασμό και όχι να τον καθορίζει. Η χρηματοδότηση οφείλει να λειτουργεί ως επιταχυντής ενός ώριμου σχεδίου, όχι ως αφορμή για μετατόπιση του επιχειρηματικού σχεδιασμού.
Από τη χρηματοδοτική ενίσχυση στην επιχειρηματική μετάβαση
Η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική ευκαιρία. Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορούν να συμβάλουν στην αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και στη μετάβαση σε πιο ανθεκτικά και ανταγωνιστικά επιχειρηματικά μοντέλα.
Ωστόσο, η ευκαιρία αυτή δεν είναι στατική. Οι προσκλήσεις ανοίγουν, τροποποιούνται, παρατείνονται ή εξαντλούνται. Ο επιχειρηματικός σχεδιασμός αναμένει τα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν ξεκινάει από αυτά. Η παρακολούθηση των διαθέσιμων δράσεων πρέπει να είναι συνεχής, αλλά και ουσιαστική. Απαιτείται αξιολόγηση του κατάλληλου εργαλείου, του χρόνου υποβολής, της χρηματοδοτικής διάρθρωσης, των προϋποθέσεων υλοποίησης και της συνολικής σκοπιμότητας της επένδυσης.
Η αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων δεν είναι απλώς ζήτημα ρευστότητας. Είναι ζήτημα στρατηγικής. Και για τις επιχειρήσεις που θέλουν να περάσουν από την επιβίωση στην ανάπτυξη, από τον εκσυγχρονισμό στην ανταγωνιστικότητα και από την εσωστρέφεια στην εξωστρέφεια, η σωστή αξιοποίηση αυτών των εργαλείων μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα μετάβασης.
Ο Βασίλης Τσεκερίδης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της planO2 Consulting









































