Με πρωτοφανή ταχύτητα μεταμορφώνει τις αμερικανικές Big Tech η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά το τίμημα αυτής της μετάβασης αρχίζει πλέον να γίνεται ορατό στους ισολογισμούς τους.
Οι μεγαλύτερες εταιρείες της Silicon Valley — Amazon, Alphabet, Microsoft και Meta — ξοδεύουν αθροιστικά περίπου 725 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις σχετικές με την Τεχνητή Νοημοσύνη, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν κυρίαρχη θέση στην πιο κρίσιμη τεχνολογική μετάβαση των τελευταίων δεκαετιών.
Η έκταση αυτών των επενδύσεων έχει αρχίσει να εξαντλεί ακόμη και τις τεράστιες ταμειακές ροές των λεγόμενων «hyperscalers», δηλαδή των εταιρειών που κυριαρχούν στο cloud computing και στις ψηφιακές υποδομές του πλανήτη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Wall Street που επικαλούνται οι Financial Times, η συνδυασμένη ελεύθερη ταμειακή ροή των Amazon, Alphabet, Microsoft και Meta αναμένεται να υποχωρήσει στα μόλις 4 δισεκατομμύρια δολάρια το τρίτο τρίμηνο του έτους. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό πισωγύρισμα σε σχέση με τον μέσο όρο των 45 δισεκατομμυρίων δολαρίων ανά τρίμηνο που κατέγραφαν μετά την πανδημία.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι η ετήσια ελεύθερη ταμειακή ροή τους προβλέπεται να βρεθεί στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2014, παρότι τα έσοδά τους σήμερα είναι σχεδόν επταπλάσια σε σχέση με τότε.
Πρόκειται για μια θεαματική αλλαγή στη φύση αυτών των εταιρειών: από «μηχανές παραγωγής μετρητών» μετατρέπονται σταδιακά σε επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου, που θυμίζουν περισσότερο βιομηχανικούς ή τηλεπικοινωνιακούς ομίλους.
«Αυτός είναι ο μεγαλύτερος κύκλος κεφαλαιουχικών δαπανών που έχει γνωρίσει ποτέ ο κλάδος», σημειώνει στους FT ο Τζάστιν Ποστ, αναλυτής της Bank of America, συμπληρώνοντας: «Οι εταιρείες βλέπουν την τεχνητή νοημοσύνη ως μια ευκαιρία που εμφανίζεται μία φορά στη ζωή».

Πόσο κινδυνεύει η οικονομική υγεία των big Tech
Η ελεύθερη ταμειακή ροή θεωρείται από τους επενδυτές ένας από τους σημαντικότερους δείκτες οικονομικής υγείας, καθώς αποτυπώνει πόσα μετρητά απομένουν μετά την κάλυψη λειτουργικών εξόδων και επενδύσεων. Αυτά τα κεφάλαια χρησιμοποιούνται συνήθως για αποπληρωμή χρέους, διανομή μερισμάτων ή επαναγορές μετοχών.
Σήμερα όμως οι Big Tech αναγκάζονται να κάνουν δύσκολες επιλογές. Η Amazon αναμένεται φέτος να ξοδέψει περισσότερα μετρητά απ’ όσα παράγει, ενώ η Meta προβλέπεται να περάσει σε αρνητικές ταμειακές ροές στο δεύτερο εξάμηνο. Η Microsoft αναμένεται επίσης να καταγράψει αρνητική ελεύθερη ταμειακή ροή για τουλάχιστον ένα τρίμηνο, ενώ η Alphabet, αν και θα παραμείνει θετική, θα εμφανίσει τα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί, που για χρόνια χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξή τους σχεδόν αποκλειστικά από τα τεράστια κέρδη τους, βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με προβλήματα πιο γνώριμα σε παραδοσιακές βιομηχανίες: ανάγκη δανεισμού, περιορισμό επαναγορών μετοχών, περικοπές κόστους και αναδιάρθρωση προσωπικού.
Η Alphabet, για παράδειγμα, δεν πραγματοποίησε καμία επαναγορά μετοχών στο πρώτο τρίμηνο του έτους, για πρώτη φορά από το 2015. Παράλληλα, προχώρησε στην έκδοση νέου χρέους ύψους 31 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ακολούθησε νέα έκδοση ομολόγων αξίας 17 δισεκατομμυρίων σε ευρώ και καναδικά δολάρια.
Ανάλογη στρατηγική ακολουθεί και η Meta, η οποία άντλησε περίπου 55 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω νέου δανεισμού σε ένα εξάμηνο, ενώ ανέστειλε και τις επαναγορές ιδίων μετοχών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη παύση από τότε που ξεκίνησε το πρόγραμμα το 2017.

Ιδιαίτερα πιεσμένη η Meta
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη για τη Meta, καθώς σε αντίθεση με ανταγωνιστές όπως η Amazon ή η Microsoft, δεν διαθέτει επιχείρηση cloud computing που να μπορεί να αξιοποιήσει εμπορικά τα νέα κέντρα δεδομένων που κατασκευάζει. Έτσι, η εταιρεία του Μαρκ Ζάκερμπεργκ στρέφεται σε περικοπές προσωπικού και περιορισμό λειτουργικών δαπανών για να απελευθερώσει πόρους.
Ο ίδιος ο Ζάκερμπεργκ παραδέχθηκε πρόσφατα ότι η Meta δεν διαθέτει ακόμη «ένα πολύ ακριβές σχέδιο» για το πώς θα εξελιχθούν και θα κλιμακωθούν εμπορικά τα προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσει.
Την ίδια στιγμή, η Amazon προχωρά ίσως στο πιο επιθετικό επενδυτικό σχέδιο του κλάδου. Η εταιρεία αναμένεται να δαπανήσει περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026, ποσό που ξεπερνά κάθε ανταγωνιστή της. Ο διευθύνων σύμβουλος Άντι Τζάσι παρομοιάζει τη σημερινή επένδυση στην Τεχνητή Νοημοσύνη με το μεγάλο στοίχημα που είχε κάνει η Amazon πριν από δύο δεκαετίες στο AWS, το οποίο για χρόνια επιβάρυνε τον ισολογισμό της πριν εξελιχθεί στη σημαντικότερη πηγή κερδών της.
«Σε περιόδους εκρηκτικής ανάπτυξης, οι επενδύσεις προηγούνται αναγκαστικά των εσόδων», υποστηρίζει ο Τζάσι.
Ωστόσο, η κλίμακα των επενδύσεων προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στη Wall Street. Οι εταιρείες τεχνολογίας χρησιμοποιούν ολοένα και πιο σύνθετες χρηματοδοτικές δομές, μεταφέροντας μέρος των τεράστιων επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων εκτός ισολογισμού μέσω ειδικών εταιρικών οχημάτων (SPVs). Με αυτόν τον τρόπο προσελκύουν εξωτερικούς επενδυτές και περιορίζουν το εμφανές χρέος στους ισολογισμούς τους.

Τι θα γίνει αν η ΑΙ απογοητεύσει
Οι επικριτές προειδοποιούν ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να αποκρύπτουν τον πραγματικό κίνδυνο, ειδικά εάν η ζήτηση για υπηρεσίες Τεχνητής Νοημοσύνης δεν εξελιχθεί όπως αναμένεται.
Παρόμοιες ανησυχίες υπάρχουν και για την Oracle, η οποία χρηματοδοτεί τεράστιες επενδύσεις σε data centers στο πλαίσιο συνεργασίας 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την OpenAI. Η εταιρεία έχει ήδη περάσει σε αρνητικές ταμειακές ροές και δεν αναμένεται να επιστρέψει σε θετικό ισοζύγιο πριν από το 2030.
Την ίδια στιγμή, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για υποδομές AI αυξάνει δραματικά το κόστος. Οι τιμές των τσιπ μνήμης, των διακομιστών, του εξοπλισμού δικτύωσης και της ενέργειας έχουν εκτοξευθεί. Η Microsoft εκτιμά ότι μόνο ο πληθωρισμός κόστους θα προσθέσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια στις φετινές κεφαλαιουχικές της ανάγκες, ενώ η Meta αύξησε τις προβλέψεις επενδύσεων κατά 10 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αξία του τεχνολογικού εξοπλισμού στον ισολογισμό της Microsoft έχει ήδη υπερτριπλασιαστεί από το 2022, φτάνοντας τα 191 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο καθηγητής λογιστικής του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Κρίστιαν Λουζ, προειδοποιεί ότι η σημερινή επενδυτική φρενίτιδα θυμίζει προηγούμενους κύκλους υπερεπένδυσης σε κλάδους όπως οι τηλεπικοινωνίες ή τα χημικά, όπου η υπερβολική δημιουργία υποδομών κατέληξε τελικά σε πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και πιεσμένα περιθώρια κέρδους.
Παρά τους κινδύνους, όμως, καμία από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν φαίνεται διατεθειμένη να επιβραδύνει. Ο φόβος ότι θα μείνουν πίσω σε μια τεχνολογία που θεωρείται μετασχηματιστική για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία λειτουργεί ως ισχυρότερο κίνητρο από κάθε ανησυχία για το κόστος.
































