Να πραγματοποιήσει μια σημαντική επέκταση στην ευρωπαϊκή λιανική τραπεζική ετοιμάζεται η JPMorgan Chase, επιλέγοντας το Βερολίνο ως βάση της αντί της παραδοσιακής χρηματοοικονομικής πρωτεύουσας της Γερμανίας, ήτοι της Φρανκφούρτης.
Η αμερικανική τράπεζα ακολουθεί το παράδειγμα fintech εταιρειών όπως η Revolut και η Trade Republic, οι οποίες απέδειξαν ότι η ψηφιακή τραπεζική μπορεί να ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα και να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τα παραδοσιακά τραπεζικά δίκτυα, σημειώνουν οι Financial Times.
Η κίνηση αυτή αποτελεί στρατηγικό βήμα για τη μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ, καθώς η ηπειρωτική Ευρώπη παραμένει μια κατακερματισμένη αγορά όπου κυριαρχούν εθνικοί τραπεζικοί οργανισμοί.
Σύμφωνα με τον Μαξ Φλοτότο της McKinsey, η ευρωπαϊκή λιανική τραπεζική θεωρούνταν επί χρόνια μη ελκυστική λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους και υπερβολικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, οι συνθήκες αλλάζουν και τα μερίδια αγοράς μετακινούνται, κυρίως χάρη στην άνοδο των ψηφιακών τραπεζών.
Η JPMorgan είχε ήδη λανσάρει την ψηφιακή τράπεζα Chase στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2021, προσελκύοντας περισσότερους από 3 εκατομμύρια πελάτες και περίπου 30 δισ. λίρες σε καταθέσεις μέσω ανταγωνιστικών επιτοκίων. Μετά από καθυστερήσεις και τεχνολογικές προσαρμογές, η τράπεζα ετοιμάζεται πλέον να εισέλθει και στη γερμανική αγορά υπό την επωνυμία Chase.
Η JPMorgan σε βαθιά νερά
Η προετοιμασία αποδείχθηκε δυσκολότερη από ό,τι αναμενόταν. Η JPMorgan δεν μπορούσε να αντιγράψει απλώς το βρετανικό μοντέλο, καθώς έπρεπε να προσαρμοστεί στις ευρωπαϊκές υποδομές πληρωμών, όπως το σύστημα Sepa, αλλά και στις ιδιαιτερότητες της γερμανικής νομοθεσίας, όπως η φορολογία των τόκων.
Παράλληλα, αλλαγές σε ανώτερα στελέχη καθυστέρησαν την υλοποίηση του σχεδίου. Ο Ντάνιελ Γιάνο Μανιμπάρντο, επικεφαλής λιανικής τραπεζικής της JPMorgan στη Γερμανία, παραδέχθηκε ότι η δημιουργία μιας πολυγλωσσικής και πολυνομισματικής πλατφόρμας απαιτούσε μεγαλύτερες επενδύσεις και περισσότερο χρόνο.
Η Γερμανία θεωρείται κρίσιμη αγορά λόγω του μεγέθους της οικονομίας της, αλλά και ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της ισχυρής παρουσίας παραδοσιακών τραπεζών, κρατικών ταμιευτηρίων και συνεταιριστικών ιδρυμάτων.
Σε αντίθεση με προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες ξένων τραπεζών, η JPMorgan επιλέγει ένα καθαρά ψηφιακό μοντέλο χωρίς δίκτυο καταστημάτων. Η Citigroup και η SEB είχαν αποχωρήσει στο παρελθόν από τη γερμανική λιανική τραπεζική, ενώ η Santander επικεντρώθηκε τελικά σε εξειδικευμένες δραστηριότητες, όπως η χρηματοδότηση αυτοκινήτων.
Η Chase θα ξεκινήσει με ένα απλό προϊόν: λογαριασμό ταμιευτηρίου μίας ημέρας. Πρόκειται για στρατηγική παρόμοια με αυτή που ακολούθησε η ING, η οποία κατάφερε να εξελιχθεί στην τρίτη μεγαλύτερη λιανική τράπεζα της Γερμανίας χωρίς φυσικά υποκαταστήματα. Όπως εξηγούν αναλυτές της McKinsey στους FT, οι καταθέσεις λειτουργούν ως «προϊόν-δόλωμα», επιτρέποντας στις τράπεζες να δημιουργούν σχέσεις με τους πελάτες και στη συνέχεια να επεκτείνονται σε άλλες υπηρεσίες.
Η JPMorgan διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα απέναντι στους ανταγωνιστές της. Ο ισολογισμός της είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Deutsche Bank και η κερδοφορία της πολύ υψηλότερη. Η φιλοδοξία της είναι η Chase να συγκαταλέγεται στους πέντε μεγαλύτερους παίκτες σε κάθε αγορά όπου δραστηριοποιείται, κάτι που στη Γερμανία θα σήμαινε περισσότερους από 5 εκατομμύρια πελάτες.

Δύσκολοι πελάτες οι Γερμανοί
Η γερμανική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τα νοικοκυριά διαθέτουν περίπου 9,4 τρισ. ευρώ σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, μεγάλο μέρος των οποίων βρίσκεται σε χαμηλής απόδοσης καταθετικά προϊόντα. Οι μέσες αποδόσεις καταθέσεων παραμένουν χαμηλές, γεγονός που δημιουργεί ευκαιρίες για τράπεζες που προσφέρουν καλύτερους όρους. Επιπλέον, οι εύποροι Γερμανοί καταθέτες μετακινούν εύκολα μεγάλα ποσά μεταξύ τραπεζών αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις.
Στόχος της JPMorgan είναι να επεκτείνει σταδιακά τις υπηρεσίες της στη Γερμανία, προσφέροντας στο μέλλον τρεχούμενους λογαριασμούς, πιστωτικές κάρτες και επενδυτικά προϊόντα, όπως ήδη κάνει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παρότι η γερμανική τραπεζική αγορά παραμένει έντονα συγκεντρωμένη γύρω από παραδοσιακές τράπεζες, η επιρροή τους μειώνεται. Οι ψηφιακές τράπεζες φτάνουν σχεδόν τα μισά νέα ανοίγματα λογαριασμών, ενώ η διείσδυση των neobanks στη Γερμανία παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο, αφήνοντας περιθώρια ανάπτυξης.
Ωστόσο, πολλές ψηφιακές τράπεζες δυσκολεύονται να επιτύχουν βιώσιμη κερδοφορία ή να δημιουργήσουν ισχυρές σχέσεις με τους πελάτες. Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για μεγαλύτερους και οικονομικά ισχυρότερους παίκτες, όπως η JPMorgan, οι οποίοι μπορούν να λειτουργούν με χαμηλότερο κόστος.
Ο ανταγωνισμός πάντως εντείνεται. Η BBVA λάνσαρε πρόσφατα μια ψηφιακή τράπεζα στη Γερμανία, ενώ η Crédit Agricole, η Intesa Sanpaolo και η UniCredit σχεδιάζουν επίσης επέκταση. Σύμφωνα με στελέχη της BBVA, οι Γερμανοί πελάτες είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε θέματα ασφάλειας και εκτιμούν την εξυπηρέτηση από ανθρώπους, παρότι χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ψηφιακές υπηρεσίες.
Παρά τη δυσκολία της αγοράς, η JPMorgan εμφανίζεται διατεθειμένη να κινηθεί με υπομονή και μακροπρόθεσμη στρατηγική, θεωρώντας ότι η ευρωπαϊκή λιανική τραπεζική βρίσκεται πλέον σε φάση σημαντικού μετασχηματισμού.





































