Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης θα είναι η πρώτη πραγματικά προεκλογική ΔΕΘ την στιγμή που η κυβέρνηση προσπαθεί να δείξει ότι η μακρά περίοδο δημοσιονομικής πειθαρχίας έχει επιφέρει θετικά αποτελέσματα για όλους . Η επεξεργασία του πακέτου που θα παρουσιάσει η κυβέρνηση, δεν αφορά μόνο το δημοσιονομικό ύψος, αλλά κυρίως το μήνυμα που θα εκπέμψει. Στόχος είναι να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι μέρος της ανάπτυξης επιστρέφει στην κοινωνία, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια, τα ενοίκια και η κόπωση της μεσαίας τάξης έχουν αρχίσει να αφήνουν βαθύτερο το αποτύπωμα τους στην κοινωνια.
Γι’ αυτό και οι εισηγήσεις που φτάνουν στο πρωθυπουργικό γραφείο γίνονται ολοένα πιο φιλόδοξες. Το αρχικό σενάριο για πακέτο κοντά στο 1 δισ. ευρώ φαίνεται πλέον να φουσκώνει και το ταβάνι να μπαίνει αισθητά υψηλότερα. Κυβερνητικά στελέχη και παράγοντες που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις μιλούν ανοιχτά για παρεμβάσεις που υπό προϋποθέσεις μπορούν να προσεγγίσουν ακόμη και τα 2 δισ. ευρώ, εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού και τα φορολογικά έσοδα συνεχίσουν να κινούνται πάνω από τους στόχους.
Το κλίμα στις εσωτερικές συσκέψεις περιγράφεται ως σύνθετο. Από τη μία πλευρά, το οικονομικό επιτελείο επιμένει ότι η χώρα δεν πρέπει να εκπέμψει μήνυμα δημοσιονομικής χαλάρωσης σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επανέρχεται σταδιακά σε αυστηρότερη επιτήρηση. Από την άλλη, υπάρχει η πολιτική εκτίμηση ότι η κοινωνία δεν αρκείται πλέον σε μακροοικονομικούς δείκτες, επενδυτικές βαθμίδες και θετικές αξιολογήσεις από οίκους και αγορές.
Κυβερνητικός παράγοντας που γνωρίζει τις συζητήσεις σημειώνει ότι στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας έχει αρχίσει να καταγράφεται η αίσθηση πως «η σταθερότητα από μόνη της δεν αρκεί ως πολιτικό αφήγημα». Η διαπίστωση αυτή εξηγεί και γιατί τις τελευταίες εβδομάδες επανέρχονται στο τραπέζι μέτρα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολα ή πολιτικά επικίνδυνα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η συζήτηση για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο
Η επιστροφή του 13ου μισθού και οι εισηγήσεις για πιο «γενναίες» κινήσεις
Στο επίκεντρο βρίσκεται η συζήτηση για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο. Παρά το υψηλό δημοσιονομικό κόστος, το σενάριο όχι μόνο δεν έχει κλείσει αλλά παραμένει ενεργό σε διάφορες μορφές. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, από σταδιακή επαναφορά μέχρι στοχευμένη ενίσχυση που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποκατάσταση μέρους των απωλειών της μνημονιακής περιόδου.
Στο οικονομικό επιτελείο υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις. Κυβερνητικά στελέχη προειδοποιούν ότι μια πλήρης επαναφορά θα δημιουργούσε μόνιμο δημοσιονομικό βάρος αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ και θα άνοιγε αυτομάτως τη συζήτηση για αντίστοιχες παρεμβάσεις σε συνταξιούχους. Ωστόσο, οι πολιτικές εισηγήσεις που φτάνουν στο Μαξίμου περιγράφουν αυξανόμενη πίεση από τα μεσαία στρώματα του Δημοσίου, ιδιαίτερα μετά από μια πολυετή περίοδο πληθωρισμού που απορρόφησε μεγάλο μέρος των αυξήσεων αποδοχών.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια λεπτή πολιτική ισορροπία. Τα προηγούμενα χρόνια επέλεξε σφιχτή δημοσιονομική διαχείριση, ακόμη και σε περιόδους υψηλών φορολογικών εσόδων, επιμένοντας ότι η προτεραιότητα ήταν η ανάκτηση αξιοπιστίας και η επενδυτική βαθμίδα. Η στρατηγική αυτή απέδωσε σε επίπεδο αγορών και διεθνών αξιολογήσεων, όμως στο εσωτερικό δημιούργησε μια διάχυτη αίσθηση ότι η κοινωνία δεν εισπράττει αναλογικά το όφελος της ανάπτυξης.
Αυτή ακριβώς η αίσθηση φαίνεται τώρα να επιχειρεί να αλλάξει η κυβέρνηση, σε μια χρονική συγκυρία όπου το πολιτικό ημερολόγιο αποκτά όλο και πιο έντονα προεκλογικά χαρακτηριστικά.
Μεγάλο μέρος των σχεδιασμών αφορά πλέον τη μεσαία τάξη και κυρίως το στεγαστικό
Ο πόλεμος αλλάζει τους υπολογισμούς
Στις συζητήσεις του οικονομικού επιτελείου έχει προστεθεί ακόμη μία παράμετρος που πριν από μερικά χρόνια δεν υπήρχε με τέτοια ένταση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συνολικότερη γεωπολιτική αστάθεια έχουν αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες. Η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι πιέσεις στις τιμές, η ανάγκη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας δημιουργούν ένα πιο εύθραυστο σκηνικό. Στην Αθήνα υπάρχει σαφής ανησυχία ότι μια νέα διεθνής αναταραχή θα μπορούσε να περιορίσει γρήγορα τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Ταυτόχρονα, όμως, ο πόλεμος λειτουργεί και ως πολιτικό επιχείρημα υπέρ μιας πιο επεκτατικής προσέγγισης. Κυβερνητικά στελέχη σημειώνουν ότι η κοινωνία έχει περάσει διαδοχικά από πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό και γεωπολιτική ανασφάλεια, κάτι που αυξάνει την ανάγκη για μέτρα με πιο άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις τελευταίες κυβερνητικές συζητήσεις επανέρχεται συχνά η φράση «κοινωνική αντοχή». Στο Μαξίμου θεωρούν ότι η οικονομική πίεση έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε βαθύτερη ψυχολογική κόπωση, ιδιαίτερα στα αστικά στρώματα που δεν δικαιούνται επιδόματα αλλά βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται από τις αυξησεις στη στέγη, στην ενέργεια και στο καθημερινό κόστος ζωής.
Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος των σχεδιασμών αφορά πλέον τη μεσαία τάξη και κυρίως το στεγαστικό. Τα στοιχεία που φτάνουν στην κυβέρνηση δείχνουν ότι το κόστος ενοικίων εξελίσσεται στον πιο κρίσιμο παράγοντα κοινωνικής δυσαρέσκειας στις μεγάλες πόλεις. Στο τραπέζι βρίσκονται φορολογικά κίνητρα, παρεμβάσεις για νέες κατοικίες, επιδοτήσεις και αλλαγές στη φορολογία ακινήτων. Υπάρχει η εκτίμηση ότι χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στη στέγη, οποιαδήποτε αύξηση μισθών ή φορολογική ελάφρυνση θα απορροφάται σχεδόν αυτόματα από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Παράλληλα εξετάζονται μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, διορθώσεις στα τεκμήρια για ελεύθερους επαγγελματίες και νέες φορολογικές παρεμβάσεις για οικογένειες με παιδιά. Η βασική στόχευση είναι να δημιουργηθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που περνά από τη φάση της δημοσιονομικής σταθεροποίησης στη φάση της κοινωνικής ανταπόδοσης.
Η ελληνική πλευρά επιχειρεί να αξιοποιήσει το γεγονός ότι η χώρα καταγράφει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και σημαντική αποκλιμάκωση χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ
Οι Βρυξέλλες παρακολουθούν
Παρά το κλίμα χαλάρωσης που σταδιακά διαμορφώνεται στην Αθήνα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες παραμένουν. Οι Βρυξέλλες εμφανίζονται πιο ευέλικτες σε σχέση με το παρελθόν, όμως παρακολουθούν στενά την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών και αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή μέτρα μόνιμου χαρακτήρα.
Η ελληνική πλευρά επιχειρεί να αξιοποιήσει το γεγονός ότι η χώρα καταγράφει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και σημαντική αποκλιμάκωση χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι αυτό δημιουργεί μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ωστόσο, ακόμη και εντός της κυβέρνησης υπάρχουν στελέχη που αναγνωρίζουν ότι μια προεκλογική στροφή προς πιο γενναίες παροχές θα μπορούσε να προκαλέσει ερωτήματα για τη συνέπεια της δημοσιονομικής στρατηγικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Στην πραγματικότητα, πίσω από τις ασκήσεις του Γενικού Λογιστηρίου και τους πίνακες των μέτρων εξελίσσεται μια βαθύτερη πολιτική μαχη. Μια κυβέρνηση που οικοδόμησε την εικόνα της πάνω στην πειθαρχία και τη σταθερότητα επιχειρεί τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να περάσει σε μια νέα φάση, όπου η ανάπτυξη αποκτά ορατό κοινωνικό αποτύπωμα.
Το πού ακριβώς θα ισορροπήσει τελικά αυτή η μετάβαση θα φανεί τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τη ΔΕΘ, όταν οι πραγματικοί αριθμοί του προϋπολογισμού θα συναντηθούν με τις πολιτικές ανάγκες μιας ήδη θερμής προεκλογικής περιόδου.



































