Nα παρακάμψει τις αντιρρήσεις του Δημοκρατικού βουλευτή Γκρέγκορι Μικς αναμένει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και να προχωρήσει στην πώληση αμερικανικών κινητήρων αεροσκαφών αξίας 750 εκατ. δολαρίων στην Τουρκία. Ο Μικς είχε μπλοκάρει τη συμφωνία, επικαλούμενος κυρίως τη διατήρηση από την Άγκυρα του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, αλλά και ευρύτερες ανησυχίες για τον ρόλο της χώρας στη Συρία και τις εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Παρότι παραδοσιακά η αμερικανική κυβέρνηση εξασφαλίζει τη συναίνεση βασικών μελών του Κογκρέσου πριν από μεγάλες εξοπλιστικές πωλήσεις, η κυβέρνηση Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο ότι σκοπεύει να προχωρήσει παρά τις αντιρρήσεις. Ο ίδιος ο Τραμπ διατηρεί στενή σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο η Ουάσινγκτον χαρακτηρίζει σημαντικό εταίρο στην περιοχή.
Η υπόθεση αναδεικνύει ότι η αγορά των S-400 από τη Ρωσία εξακολουθεί να σκιάζει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι το ρωσικό σύστημα θα μπορούσε να συλλέξει ευαίσθητα δεδομένα για αμερικανικά οπλικά συστήματα, ιδιαίτερα για τα μαχητικά F-35. Για τον λόγο αυτό, η Τουρκία αποκλείστηκε το 2019 από το πρόγραμμα των F-35 και της επιβλήθηκαν κυρώσεις.
Η προτεινόμενη συμφωνία αφορά κινητήρες F-110, οι οποίοι προορίζονται για το νέο τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN. Οι κινητήρες αυτοί χρησιμοποιούνται ήδη στον μεγάλο στόλο των τουρκικών F-16, ενώ η Τουρκία συμμετέχει και στην παραγωγή ορισμένων εξαρτημάτων τους μέσω συμφωνίας αδειοδότησης με τις ΗΠΑ.
![]()
Ο Τραμπ και η επαναπροσέγγιση της Τουρκίας
Υποστηρικτές της πώλησης υποστηρίζουν ότι η αντίθεση στο Κογκρέσο αντικατοπτρίζει περισσότερο τη δυσπιστία απέναντι στον Ερντογάν παρά πραγματικές στρατηγικές ανησυχίες. Επισημαίνουν επίσης ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και διαδραματίζει ολοένα σημαντικότερο ρόλο σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των ΗΠΑ με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες δοκιμάζονται.
Η Άγκυρα έχει ενισχύσει τη θέση της τα τελευταία χρόνια, συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης για συγκρούσεις όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πρόσφατη κρίση με το Ιράν. Παράλληλα, η αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία έχει καταστεί σημαντικός προμηθευτής οπλικών συστημάτων, μεταξύ άλλων και προς την Ουκρανία.
Ωστόσο, το ζήτημα των S-400 παραμένει το βασικό εμπόδιο για την πλήρη αποκατάσταση της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Ο Ερντογάν ζητά επανειλημμένα την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και την άρση των κυρώσεων, αλλά η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί αν η Τουρκία δεν απομακρύνει πλήρως τα ρωσικά συστήματα και δεν δεσμευθεί ότι δεν θα προμηθευτεί ανάλογο εξοπλισμό στο μέλλον.
Σύμφωνα με πηγές του Κογκρέσου, η προώθηση της πώλησης των κινητήρων θεωρείται από ορισμένους ως μια προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ξεπεράσει σταδιακά τις αντιστάσεις απέναντι σε μια ευρύτερη επαναπροσέγγιση με την Τουρκία στον αμυντικό τομέα. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια φέρεται να διαδραματίζει ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, ο οποίος υποστηρίζει την εξομάλυνση των σχέσεων και την άρση του αδιεξόδου που δημιουργήθηκε μετά την αγορά των S-400.


































