Οι ομοσπονδιακές εισαγγελικές αρχές των ΗΠΑ εξέτασαν νωρίτερα φέτος καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες στελέχη της JPMorgan Chase αγνόησαν σοβαρές αδυναμίες στα συστήματα πρόληψης απάτης της τράπεζας και αρνήθηκαν αδικαιολόγητα αποζημιώσεις άνω των 100 εκατ. δολαρίων σε πελάτες που έχασαν χρήματα από ηλεκτρονικές απάτες. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η υπόθεση βασίζεται σε αναφορά whistleblower που υπέβαλε η πρώην επικεφαλής πρόληψης ηλεκτρονικών απατών της τράπεζας, Κρίστι Λίλι.
Η Λίλι, η οποία προσλήφθηκε το 2021 για να ενισχύσει τις άμυνες της JPMorgan απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των ψηφιακών απατών, υποστηρίζει ότι η τράπεζα επέλεγε συστηματικά να χαρακτηρίζει πολλές υποθέσεις ως «εξαπατήσεις» (scams) αντί για «απάτες» (fraud), αποφεύγοντας έτσι την υποχρέωση αποζημίωσης των πελατών.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο αμερικανικό νομικό πλαίσιο. Βάσει ομοσπονδιακού νόμου του 1978, οι τράπεζες υποχρεούνται να αποζημιώνουν τους πελάτες όταν πραγματοποιούνται μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές, όπως η χρήση κλεμμένων στοιχείων λογαριασμού. Αντίθετα, όταν ένας πελάτης πειστεί μέσω εξαπάτησης να μεταφέρει ο ίδιος χρήματα σε απατεώνες, οι τράπεζες θεωρούν συνήθως ότι πρόκειται για «εθελοντική» πληρωμή, η οποία δεν καλύπτεται από την ίδια υποχρέωση αποζημίωσης.
Η πρώην επικεφαλής πρόληψης απάτης υποστηρίζει ότι στην πράξη η διάκριση αυτή είναι συχνά ασαφής. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως αναφέρει, εγκληματίες αποκτούσαν αρχικά μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε λογαριασμούς και στη συνέχεια εξαπατούσαν τους κατόχους ώστε να πραγματοποιήσουν επιπλέον μεταφορές χρημάτων. Παρ’ όλα αυτά, η JPMorgan ταξινομούσε τα περιστατικά ως scams και απέρριπτε τα αιτήματα αποζημίωσης.

Οι αποζημειώσεις θα στοίχιζαν 100 εκ. δολάρια στην JPMorgan
Σύμφωνα με επιστολή του τότε δικηγόρου της προς επιτροπές της αμερικανικής Γερουσίας, η τράπεζα είχε υπολογίσει εσωτερικά ότι η αλλαγή της πολιτικής αποζημιώσεων θα κόστιζε τουλάχιστον 100 εκατ. δολάρια, ποσό που χαρακτηριζόταν ως η ελάχιστη εκτίμηση.
Οι καταγγελίες της Λίλι προκάλεσαν το ενδιαφέρον των αρχών. Εκπρόσωποι της Εισαγγελίας του Μανχάταν και του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών συναντήθηκαν μαζί της και έλαβαν έγγραφα που, σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν την υπόθεση, τεκμηρίωναν τους ισχυρισμούς της. Μέχρι στιγμής δεν έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία κατά της JPMorgan, ενώ δεν είναι σαφές εάν η έρευνα συνεχίζεται, καθώς τέτοιες υποθέσεις μπορεί να διαρκέσουν χρόνια πριν οι εισαγγελείς αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν σε διώξεις ή θα τις θέσουν στο αρχείο.
Η JPMorgan απορρίπτει κατηγορηματικά τις καταγγελίες. Εκπρόσωπος της τράπεζας δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί «στερούνται βάσης», ότι διερευνήθηκαν εσωτερικά χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε παραβίαση του νόμου και ότι οι πολιτικές αποζημίωσης πληρούν ή και υπερβαίνουν τις νομικές απαιτήσεις.
Η υπόθεση αναδεικνύει το αυξανόμενο πρόβλημα των ηλεκτρονικών απατών διεθνώς. Εγκληματικά δίκτυα, κυρίως με έδρα τη Νοτιοανατολική Ασία και την Αφρική, χρησιμοποιούν ολοένα πιο εξελιγμένες τεχνικές κοινωνικής μηχανικής για να πείσουν τα θύματα να μεταφέρουν χρήματα, ακόμη και δημιουργώντας μακροχρόνιες προσωπικές ή ερωτικές σχέσεις μαζί τους. Οι αμερικανικές αρχές εκτιμούν ότι οι πολίτες χάνουν πλέον δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από τέτοιου είδους απάτες.
Πέρα από τις αποζημιώσεις πελατών, η Λίλι υποστηρίζει επίσης ότι η JPMorgan δεν εντόπισε και δεν ανέφερε δεκάδες χιλιάδες ύποπτους λογαριασμούς, γεγονός που θα μπορούσε να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Σύμφωνα με την ίδια, παρέδωσε στις αμερικανικές αρχές στοιχεία με χιλιάδες ύποπτες συναλλαγές, διευρύνοντας έτσι το πεδίο των καταγγελιών της πέρα από το ζήτημα των αποζημιώσεων.



































