Ξεκίνησε ως μια μάλλον παράξενη εργασιακή διαμάχη για έναν δίσκο αλλαντικών αξίας 642,50 δολαρίων που προοριζόταν για πελάτες σε εκδήλωση του Super Bowl. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτό που έγινε γνωστό ως ατάκα – ανέκδοτο «η υπόθεση με το σαλάμι» εξελίχθηκε σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις στη Wall Street, με ευρύτερες προεκτάσεις για τον τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ τραπεζών και χρηματοοικονομικών συμβούλων.
Πρωταγωνιστής της υπόθεσης είναι ο Μπρεντ Ράιαν Μπόντνερ, πρώην σύμβουλος διαχείρισης περιουσίας της JPMorgan Chase. Η τράπεζα τον απέλυσε, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποίησε εταιρικά κεφάλαια για την αγορά ενός πολυτελούς δίσκου με αλλαντικά και κριτσίνια, χωρίς να τηρηθούν οι σχετικές διαδικασίες.
Ο Μπόντνερ αντέτεινε ότι τα τρόφιμα προορίζονταν για πελάτες που τελικά δεν εμφανίστηκαν στην εκδήλωση και ότι η απόλυσή του ήταν άδικη. Τον Μάιο, διαιτητικό δικαστήριο της Financial Industry Regulatory Authority (Finra) του επιδίκασε αποζημίωση ύψους 4,25 εκατ. δολαρίων, μετατρέποντας την υπόθεση σε σύμβολο των αδυναμιών –σύμφωνα με τις τράπεζες– του ισχύοντος συστήματος διαιτησίας, αναφέρει η Wall Street Journal.
Η JPMorgan δεν περιορίζεται πλέον στην αμφισβήτηση της συγκεκριμένης απόφασης. Με προσφυγή σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Καλιφόρνιας ζητά την ακύρωση της αποζημίωσης, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση των διαιτητών ήταν νομικά εσφαλμένη και παρουσίασε λανθασμένα τους λόγους απόλυσης του πρώην στελέχους της. Παράλληλα, στρέφει τα πυρά της κατά της ίδιας της Finra, του αυτορρυθμιζόμενου οργανισμού που επιβλέπει τη χρηματιστηριακή αγορά στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιλύει χιλιάδες διαφορές μεταξύ επενδυτών, μεσιτών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι τιμωρητικές για την Wall Street πρακτικές
Στην προσφυγή της, η τράπεζα υποστηρίζει ότι η Finra τιμώρησε την JPMorgan επειδή κατέγραψε με ακρίβεια, όπως ισχυρίζεται, τους λόγους απόλυσης του Μπόντνερ στο υποχρεωτικό μητρώο απασχόλησης. Κατά την άποψή της, οι κανόνες της Αρχής επιτρέπουν στους πρώην εργαζομένους να μετατρέπουν απλές εργασιακές διαφορές σε υποθέσεις δυσφήμισης και παράνομης απόλυσης, οδηγώντας σε υπέρογκες αποζημιώσεις.
Η διαμάχη εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Wall Street να περιορίσει τις εξουσίες της Finra. Από τον Μάρτιο, ο οργανισμός έχει ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση για πιθανές αλλαγές στους κανόνες διαιτησίας, προκαλώντας καταιγισμό προτάσεων από μεγάλες τράπεζες και χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Μεταξύ όσων ζητούν μεταρρυθμίσεις συγκαταλέγονται η Charles Schwab, η LPL Financial και η δικηγορική εταιρεία Sullivan & Cromwell, η οποία εκπροσωπεί, μεταξύ άλλων, την Goldman Sachs και την JPMorgan.
Κοινός παρονομαστής των προτάσεων είναι ο περιορισμός των αποζημιώσεων που μπορούν να επιδικάζουν οι διαιτητές, ιδίως των λεγόμενων τιμωρητικών αποζημιώσεων, καθώς και η μεταφορά πιο σύνθετων ή υψηλής αξίας υποθέσεων σε άλλους μηχανισμούς διαιτησίας, οι οποίοι θεωρούνται περισσότερο ευνοϊκοί για τις επιχειρήσεις.
Αφορμή για τις αντιδράσεις δεν αποτέλεσε μόνο η υπόθεση Μπόντνερ. Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί αποφάσεις με ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό αντίκτυπο, όπως αποζημίωση 133 εκατ. δολαρίων σε βάρος της Stifel Financial και 92 εκατ. δολαρίων κατά της UBS, σε υποθέσεις επενδυτών που υποστήριξαν ότι δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς για τους κινδύνους των επενδύσεών τους. Οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν και από τα δικαστήρια, ενισχύοντας την ανησυχία των χρηματοπιστωτικών ομίλων.
Οι επικριτές των σχεδιαζόμενων αλλαγών προειδοποιούν ότι οι μεταρρυθμίσεις κινδυνεύουν να περιορίσουν τα δικαιώματα εργαζομένων και επενδυτών. Η δικηγόρος Τζένις Μαλέκι, πρώην μέλος της εθνικής επιτροπής διαιτησίας της Finra, είπε στην WSJ ότι εκτιμά ότι οι τράπεζες επιδιώκουν πρωτίστως να μειώσουν την έκθεσή τους σε μεγάλες αποζημιώσεις. Αντίστοιχα, ο Μάικλ Μπίξμπι, πρόεδρος του Public Investors Advocate Bar Association, υποστηρίζει ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να μεταφέρουν ακόμη περισσότερη ισχύ στις μεγάλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Στο επίκεντρο ο τρόπος της καταγραφής αποχωρήσεων εργαζομένων στο μητρώο της Finra
Οι τράπεζες υποχρεούνται να δηλώνουν τους λόγους αποχώρησης των στελεχών τους, ενώ μέρος αυτών των πληροφοριών είναι δημόσια προσβάσιμο. Η JPMorgan υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αυτή δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για αγωγές δυσφήμισης, όταν οι πρώην εργαζόμενοι αμφισβητούν την περιγραφή της αποχώρησής τους. Στην περίπτωση του Μπόντνερ, οι διαιτητές επέτρεψαν να χαρακτηριστεί η αποχώρησή του ως οικειοθελής, απόφαση που η τράπεζα επιδιώκει τώρα να ανατρέψει.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του Μπόντνερ, Μαρκ Ρόζεν, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Όπως επισημαίνει, οι κανόνες της Finra υποχρεώνουν τους εργαζομένους να προσφεύγουν σε διαιτησία ακόμη και για καθαρά εργασιακές διαφορές, ενώ επιτρέπουν στις τράπεζες να διατηρούν τους πελάτες των απολυμένων συμβούλων όσο οι υποθέσεις εκκρεμούν. «Οι προσχηματικές απολύσεις που αμαυρώνουν την καριέρα έντιμων εργαζομένων δεν είναι ποτέ αποδεκτές», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι οι διαιτητές αξιολόγησαν πλήρως όλα τα στοιχεία πριν καταλήξουν στην απόφασή τους.
Η έκβαση της υπόθεσης αναμένεται να έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς οποιαδήποτε αλλαγή στους κανόνες της Finra θα πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC). Έτσι, μια διαμάχη που ξεκίνησε από έναν δίσκο αλλαντικών έχει εξελιχθεί σε πεδίο σύγκρουσης για το μέλλον της διαιτησίας στη Wall Street και την ισορροπία μεταξύ προστασίας των εργαζομένων και δικαιωμάτων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.


































