Με συγκρατημένη αισιοδοξία αλλά και έντονο προβληματισμό υποδέχθηκε η επιχειρηματική κοινότητα στην Γερμανία το νέο πακέτο μεταρρύθμισης της κυβέρνησης του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, εκτιμώντας ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις ύψους 10 δισ. ευρώ αποτελούν ένα θετικό πρώτο βήμα, χωρίς όμως να επαρκούν για να ανατρέψουν τη μακροχρόνια στασιμότητα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Το κυβερνητικό σχέδιο, που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας επανεκκίνησης της οικονομίας, περιλαμβάνει μειώσεις φόρων για τα νοικοκυριά, παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, αυστηρότερους κανόνες για τις αναρρωτικές άδειες, μέτρα διευκόλυνσης της στεγαστικής αγοράς και δράσεις περιορισμού της γραφειοκρατίας.
Η κυβέρνηση Μερτς επιδιώκει να ενισχύσει την επενδυτική δραστηριότητα και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και τις καταναλωτικές δραστηριότητες, σε μια περίοδο όπου η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ασθενική και η πολιτική πίεση εντείνεται, εκτιμούν οι Financial Times.
Παρά τη θετική αποδοχή των ανακοινώσεων, οι επικεφαλής των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων υποστηρίζουν ότι απαιτούνται πιο αποφασιστικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις, κυρίως στη φορολογία των προϊόντων, στο κόστος και στην εργασία των δημοσίων επενδύσεων.

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν είναι επαρκές κίνητρο
Ο διευθύνων σύμβουλος της Siemens, Ρόλαντ Μπους, χαρακτήρισε τις μεταρυθμίσεις «σημαντικό βήμα για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας», υπογραμμίζοντας στους FT ωστόσο ότι η χώρα δεν επιβαρύνεται με υψηλό μη μισθολογικό κόστος, το οποίο μειώνει την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας. Παράλληλα, ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία στους κανόνες για τον χρόνο εργασίας, ώστε οι επιχειρήσεις να προσαρμόζονται ευκολότερα στις ανάγκες της παραγωγής.
Στο ίδιο κύμα κινήθηκε και ο επικεφαλής της TeamViewer, Όλιβερ Στάιλ, ο οποίος εξέφρασε αμφιβολίες για το πόσο οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστικό αναπτυξιακό κίνητρο. Όπως σημείωσε, το δημοσιονομικό αποτύπωμα του πακέτου αντιστοιχεί περίπου στο 0,21% του γερμανικού ΑΕΠ, χαμηλότερο από τις αρχικές προτάσεις που είχαν τοποθετηθεί στο τραπέζι κατά τις διαπραγματεύσεις του κυβερνητικού συνασπισμού.
Οι επιφυλάξεις αυτές αντανακλούν το κλίμα που επικρατεί σε μεγάλο μέρος της γερμανικής επιχειρηματικής κοινότητας. Σύμφωνα με στελέχη μεγάλων ομίλων, αρκετές επιχειρήσεις επανεξετάζουν τα επενδυτικά τους σχέδια στη Γερμανία, αυξάνουν τις τοποθετήσεις τους στις Ηνωμένες Πολιτείες ή εξετάζουν ακόμη και τη μεταφορά δραστηριοτήτων στο εξωτερικό, αναζητώντας ευνοϊκότερο επαγγελματικό. περιβάλλον.
Ήδη καταγράφονται συγκεκριμένες κινήσεις. Η φαρμακοβιομηχανία Boehringer Ingelheim ακύρωσε επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 900 εκατ. ευρώ για νέες εγκαταστάσεις και ερευνητικά εργαστήρια στη Γερμανία έως το 2030, επικαλούμενη τις μεταρυθμίσεις στον τομέα της υγείας και τις περικοπές δημοσίων δαπανών. Αντίστοιχα, η Zalando προχώρησε σε κλείσιμο του κέντρου logistics στην Erfurt, επηρεάζοντας περίπου 2.700 εργαζομένους, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του δικτύου διανομής και της περιγραφής του λειτουργικού κόστους.

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για την Γερμανία
Ο Φρίντριχ Μέρτς, παρουσιάζοντας το πακέτο, αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει μια «λύση-σοκ» που μπορεί να επιλύσει άμεσα τα προβλήματα της οικονομίας, επιμένοντας όμως ότι πρόκειται για την απαρχή μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση ενέκρινε και τη δημιουργία δημόσιου συνταξιοδοτικού ταμείου στα πρότυπα της Σουηδίας, το οποίο θα επενδύει μέρος των ασφαλιστικών εισφορών στις κεφαλαιαγορές.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Commerzbank, Μπετίνα Όρλοπ, χαρακτήρισε τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος ως τη σημαντικότερη παρέμβαση του πακέτου, ενώ η θετική αξιολόγηση έκανε και για τα μέτρα της στεγαστικής πίστης, τα οποία εκτιμάται ότι μπορούν να δώσουν ώθηση στην ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα.
Οι παρεμβάσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν μια οικονομία που παραμένει ουσιαστικά σταθερή από το 2020. Σε πραγματικούς όρους, το γερμανικό ΑΕΠ εξακολουθεί να κινείται κοντά στα επίπεδα πριν από την πανδημία, ενώ η βιομηχανική παραγωγή βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους τα τελευταία χρόνια έχει επιβαρύνει περαιτέρω τη μεταποίηση, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγικών προϊόντων.
Την ίδια ώρα, οι ανακοινώσεις μεγάλων ομίλων ενισχύουν το αίσθημα αβεβαιότητας. Η Volkswagen εξετάζει το πρόγραμμα περικοπής έως και 100.000 θέσεων εργασίας, μία από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις στην ιστορία της, ενώ η αναβολή της εισαγωγής της αμυντικής βιομηχανίας KNDS στο χρηματιστήριο αποτυπώνει τη συγκρατημένη επενδυτική διάθεση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Heidelberg Materials, Ντόμινικ φον Άχτεν, τόνισε στους FT ότι το κρίσιμο ζητούμενο είναι η ταχύτητα των μεταρυθμίσεων. Όπως επισήμανε, η καθυστέρηση στην υλοποίηση έργων υποδομής, παρά τη διάθεση χρηματοδότησης, εξακολουθεί να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η γενική διεύθυνση του Βιομηχανικού Συνδέσμου Γερμανίας (BDI), Τάνια Γκένερ, η οποία εκτιμά ότι οι φορολογικές παρεμβάσεις δεν επαρκούν για να πυροδοτήσουν νέους κύκλους ιδιωτικών επενδύσεων.
Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, η αγορά αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται πλέον περισσότερο αποφασισμένη να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πολιτικά δύσκολες. Η πρωτοβουλία «Made for Germany», στην οποία συμμετέχουν πλέον περισσότερες από 130 επιχειρήσεις –μεταξύ αυτών οι Siemens, Deutsche Bank και Volkswagen– και συνοδεύεται από επενδυτικές δεσμεύσεις άνω των 800 δισ. ευρώ έως το 2028, αποτελεί ένδειξη ότι ο οικονομικός κόσμος εξακολουθεί να επενδύει στις προοπτικές της γερμανικής οικονομίας.
Ωστόσο, το βασικό ζητούμενο παραμένει η εφαρμογή των εξαγγελθέντων μέτρων. Για τις επιχειρήσεις, η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας δεν θα κριθεί από τις ανακοινώσεις, αλλά από την ταχύτητα με την οποία οι μεταρυθμίσεις θα μεταφραστούν σε ένα πιο φιλικό περιβάλλον για επενδύσεις, παραγωγή και απασχόληση.




































