Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και του κόστους δανεισμού, στον απόηχο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αυξάνει τον κίνδυνο η παγκόσμια οικονομία να βρεθεί αντιμέτωπη με έναν δύσκολο συνδυασμό επίμονα υψηλού πληθωρισμού και ασθενέστερης ανάπτυξης.
Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια επικείμενη κρίση, εκτιμούσαν αναλυτές της Fidelity.
Ωστόσο η συγκυρία οδηγεί σε αύξηση του ασφαλίστρου κινδύνου, καθώς οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερα επιτόκια σε αντάλλαγμα τις αγορές ομολόγων για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους.
Η εποχή του εύκολου χρήματος έχει τελειώσει. Οι αγορές παλεύουν με το ποιο θα έπρεπε να είναι το κόστος κεφαλαίου σε αυτό το νέο περιβάλλον, την ώρα που κυβερνήσεις και εταιρείες ανταγωνίζονται για τα ίδια κεφάλαια των αποταμιευτών. Οι αυξημένες αποδόσεις καθίστανται πραγματικό πρόβλημα για τις μετοχές, όταν αρχίζουν να πνίγουν την επενδυτική δραστηριότητα είτε στον χρηματοπιστωτικό τομέα είτε στην πραγματική οικονομία.
Για την Rothschild & Co τρία θέματα επηρεάζουν την πορεία των αγορών μεσοπρόθεσμα: το πολιτικό και γεωπολιτικό σκηνικό, με τις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να αναμένεται πως θα αυξήσουν την μεταβλητότητα των αγορών, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων και (αναπόφευκτα) η τεχνητή νοημοσύνη.
Η κατάρρευση της εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν έχει ωθήσει ξανά τις τιμές του πετρελαίου υψηλότερα, αλλά όχι (ακόμα) σε επίπεδα που απειλούν με σημαντικότερες διαταραχές την παγκόσμια οικονομία και τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται ανοδικά την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων.
Από την άλλη πλευρά η Τεχνητή Νοημοσύνη παραμένει ο ελέφαντας στο δωμάτιο, καθώς καθόρισε την ανοδική πορεία των μετοχών, με την Rothschild & Co να εκτιμά πάντως πως τελικά ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να είναι λιγότερο δραματικός σε σχέση με αυτό που προεξοφλεί η αγορά.
Οι επίμονα υψηλές τιμές ενέργειας εν μέσω ανθεκτικής ζήτησης έχουν ωθήσει τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με την Barclays, να αυξήσουν τα επιτόκια, με τους οικονομολόγους της τράπεζας να αναμένουν μάλιστα περισσότερες αυξήσεις. Η Fed, όπως εκτιμούν θα αυξήσει ξανά τα επιτόκια τον Δεκέμβριο πριν από μια παύση.
Η Ιαπωνία, είναι πιθανό να αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές ακόμη.
Η Τράπεζα της Αγγλίας, θα αυξήσει τα επιτόκια τον Νοέμβριο και τον Φεβρουάριο. Οι τιμές του πετρελαίου που κυμαίνονται κοντά στα 100 δολάρια ανά βαρέλι αποτελούν βασικό παράγοντα στις πρόσφατες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών.
Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν βρίσκεται στην 30ή εβδομάδα της, χωρίς καμία λύση να διαφαίνεται, ακόμη, στον ορίζοντα, αν οι ελπίδες για ειρήνη αναζωπυρώνονται συνεχώς.
Καθώς τα προβλήματα στα Στενά του Ορμούζ διατηρούν υψηλές τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό παγκοσμίως, αναγκάζουν τους κεντρικούς τραπεζίτες να αναγνωρίσουν ότι το σοκ της προσφοράς δεν είναι προσωρινό. Εν τω μεταξύ, τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις, καθιστώντας τη δυναμική του χρέους ορισμένων χωρών ακόμη πιο δυσχερή.

Για την Berenberg, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται σε υψηλά 10ετιών, το ερώτημα είναι πότε η αύξηση των επιτοκίων θα καταστεί πρόβλημα για τις χρηματιστηριακές αγορές, οι οποίες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται κοντά στα ιστορικά υψηλά τους.
Κατά την άποψη της παλαιότερης γερμανικής τράπεζας, μια σημαντική πτώση των μετοχών είναι απίθανη έως ότου τα υψηλότερα επιτόκια ή η αυξημένη αστάθεια των επιτοκίων αρχίσουν να περιορίζουν τις κεφαλαιακές δαπάνες τόσο στη χρηματοπιστωτική όσο και στην πραγματική οικονομία.
Αυτό όμως δεν φαίνεται σήμερα, καθώς η δυναμική των οικονομιών παραμένει ανθεκτική και η ζήτηση για πίστωση αντέχει, κάτι που περιορίζει και τα περιθώρια πτώσης σε περιπτώσεις ρευστοποιήσεων των μετοχών.
Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, περισσότερες κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται σε υψηλά δεκαετιών, αναφέρει η Citigroup.
Με βάση ιστορικά στοιχεία πάντως από το 1970, οι παγκόσμιες μετοχές τείνουν να κινούνται με μεγάλη μεταβλητότητα γύρω από την έναρξη των αυξήσεων των επιτοκίων, ενώ εξακολουθούν να σημειώνουν κέρδη 6 με 12 μήνες μετά την πρώτη αύξηση, ενώ οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν βασικός παράγοντας διαμόρφωσης της καμπύλης αποδόσεων των ομολόγων βραχυπρόθεσμα.
Καθώς η παγκόσμια ανάπτυξη παραμένει ανθεκτική και τα εταιρικά κέρδη κινούνται ανοδικά, η Citi αναμένει πως οι μετοχές θα μπορούσαν να κινούνται ανοδικά έως τα μέσα του 2027.
Η Bank of America αναμένει επίσης μετά τις Barclays, UBS και JP Morgan, ότι η Τράπεζα της Αγγλίας θα αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές τους επόμενους έξι μήνες, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού. Σε σημείωμά της αναμένει μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Νοέμβριο και μία τον ερχόμενο Φεβρουάριο.
Παράλληλα, εκτιμά πως η Fed θα αυξήσει συνολικά κατά 75 μονάδες βάσης τα επιτόκια έως το τέλος του έτους, ακολουθώντας ουσιαστικά αντίστροφη πορεία από τις αντίστοιχες «risk-management cuts» που είχε πραγματοποιήσει το προηγούμενο έτος. Τα υψηλότερα επιτόκια πάντως αυξάνουν το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις, καθιστώντας τη δυναμική του χρέους ορισμένων χωρών ακόμη πιο δυσχερή.
Τι «ψηφίζουν» 170 διαχειριστών κεφαλαίων
Μια άτακτη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις αγορές και τις οικονομίες, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα Σεπτεμβρίου της Bank of America, μεταξύ 170 διαχειριστών κεφαλαίων με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια 470 δισ. δολ., εκτοπίζοντας έτσι στη δεύτερη θέση μία πιθανή «φούσκα» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης που κυριαρχούσε τους προηγούμενους μήνες.
Για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2022, οι επαγγελματίες των αγορών αναμένουν ότι η καμπύλη αποδόσεων θα γίνει πιο επίπεδη, ενώ μόλις το 16% των επενδυτών πιστεύει ότι οι επαναγορές ομολόγων από τις ΗΠΑ θα οδηγήσουν σε χαμηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries.
Ενα από τα βασικά ευρήματα της έρευνας είναι η αύξηση των επιπέδων μετρητών στα χαρτοφυλάκια, από 3,5% σε 3,9%, καθώς η υπερβολική αισιοδοξία που κυριαρχούσε το καλοκαίρι δείχνει να εξασθενεί. Οταν πάντως τα επίπεδα των μετρητών βρίσκονται σε «ουδέτερη ζώνη» 4%-5%, καθίσταται σταδιακά πιο ασφαλής η αύξηση της έκθεσης σε επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου.
Παράλληλα, αυξημένο βάρος αποκτούν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Το πιθανότερο αποτέλεσμα, σύμφωνα με το 44% των διαχειριστών, είναι οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και οι Ρεπουμπλικανοί να διατηρήσουν τη Γερουσία. Ωστόσο, οι πιθανότητες μιας συνολικής επικράτησης των Δημοκρατικών έχουν αυξηθεί στο 31% (από 23%).
Ο ακραίος κίνδυνος
Σε ένα τέτοιο σενάριο, το 45% εκτιμά ότι η πιθανότερη αντίδραση των αγορών θα ήταν άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων και πτώση των μετοχών. Ως μεγαλύτερος ακραίος κίνδυνος για τις αγορές αναδεικνύεται μια άτακτη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, την οποία επιλέγει το 33% των Fund managers, έναντι 27% τον Αύγουστο.
Ταυτόχρονα, το 42% θεωρεί ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των ΑΙ hyperscalers αποτελούν την πιθανότερη πηγή ενός πιστωτικού γεγονότος, έναντι 38% τον προηγούμενο μήνα.
Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη διπλή εικόνα γύρω από την AI: οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν στην επενδυτική δυναμική της, αλλά ταυτόχρονα προβληματίζονται για την ταχύτητα και την έκταση των σχετικών δαπανών.
Οι εκτιμήσεις συνολικά για την παγκόσμια οικονομία παραμένουν πάντως θετικές, καθώς ένα καθαρό 8% των ερωτηθέντων προβλέπει περαιτέρω επιτάχυνση της ήδη ισχυρής παγκόσμιας ανάπτυξης, ενώ το 55% θεωρεί ότι το επικρατέστερο σενάριο αφορά τη συνέχιση της ανάπτυξης χωρίς ουσιαστική επιβράδυνση («no landing»).
Ενα ποσοστό 38% «βλέπει» ήπια επιβράδυνση των οικονομιών («soft landing»), ενώ μόλις το 2% ποντάρει σε μία απότομη επιβράδυνση των οικονομιών («hard landing»). Σε επίπεδο κατανομής χαρτοφυλακίων, οι Fund managers περιόρισαν τις overweight (αυξημένες) θέσεις τους σε μετοχές και εμπορεύματα, ενώ εξακολουθούν να διατηρούν σημαντική underweight (μειωμένη) έκθεση στα ομόλογα.






































