array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(0) {
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(0) {
  }
  ["ai_tone"]=>
  NULL
  ["ai_dv_cat1"]=>
  NULL
  ["ai_dv_cat2"]=>
  NULL
}

Το ελληνικό παράδοξο: Στη χώρα των διακοπών ένας στους δυο κατοίκους της δεν μπορεί να κάνει διακοπές

Οι διακοπές για τους Έλληνες είναι πολυτέλεια

Το ελληνικό παράδοξο: Στη χώρα των διακοπών ένας στους δυο κατοίκους της δεν μπορεί να κάνει διακοπές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Ο τουρισμός παράγει πλούτο, αλλά πόσος από αυτόν μένει στην πραγματικότητα για τους κατοίκους; Σύμφωνα με μελέτη της Eurostat στην Ελλάδα για το 2025 το 46,6% του πληθυσμού δεν διαθέτει αρκετά χρήματα για μια εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι. Αυτό συμβαίνει επίσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό και στην Ιταλία, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία μερικούς από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς της Ευρώπης.

Ακούμε συχνά ότι ο τουρισμός είναι το «πετρέλαιο της Ελλάδος» και ότι μπορεί πραγματικά να αποτελέσει μια πλούσια ευκαιρία για ανάπτυξη. Υπάρχει όμως μια εικόνα που αποτυπώνει ένα από τα παράδοξα αυτής της «βιομηχανίας» καλύτερα από πολλά άλλα συνθήματα: ένας χάρτης που δημοσιεύτηκε από την Eurostat καταγράφει το ποσοστό των ανθρώπων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ούτε για μια εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι κάθε χρόνο.

Το 2025, αυτό το ποσοστό κατά μέσο όρο ανήλθε στο 27,5% των Ευρωπαίων ηλικίας 16 ετών και άνω ήτοι περισσότερο από έναν στους τέσσερις. Αλλά καθώς προχωράμε πιο κάτω στη Μεσόγειο, ο χάρτης γίνεται πολύ πιο σκοτεινός: 46,6% στην Ελλάδα, 35,7% στην Ιταλία, 33,1% στην Πορτογαλία και 32,2% στην Ισπανία, ποσοστά αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έχει στην πραγματικότητα το 4ο υψηλότερο ποσοστό από τις Είκοσι Επτά χώρες της Ε.Ε. . Η αντίθεση είναι έντονη, δεδομένου ότι πρόκειται για μερικά από τα μέρη όπου η υπόλοιπη Ευρώπη επιλέγει για διακοπές.

Χώρες όπου συρρέουν τουρίστες αλλά οι κάτοικοι δυσκολεύονται να φύγουν

Η Ισπανία ήταν ο κορυφαίος προορισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διεθνή τουρισμό το 2025, με 513,6 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έσοδα από τον διεθνή τουρισμό περίπου 135 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ακολουθούν η Ιταλία με 476,9 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις και 56,7 δισεκατομμύρια ευρώ και η Γαλλία με 471,7 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις σε τουριστικά καταλύματα και έσοδα περίπου 77,5 δισεκατομμύρια ευρώ, με υψηλή συμμετοχή και εσωτερικού τουρισμού.

Η Ελλάδα κατέγραψε πάνω από 156 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις σε επίσημα καταλύματα, με τους ξένους επισκέπτες να κυριαρχούν.

Παράλληλα, τα έσοδα από τον διεθνή τουρισμό ανήλθαν σε 23,62 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 9,4% σε σύγκριση με το 2024, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα το γεγονός ότι η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία από μόνες τους αντιπροσωπεύουν σχεδόν τις μισές διανυκτερεύσεις των ξένων σε καταλύματα σε ολόκληρη την Ένωση.

Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού των παραπάνω χωρών δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να περάσει ούτε μια εβδομάδα μακριά από το σπίτι.

Πόσοι μπορούν να αντέξουν οικονομικά ολιγοήμερες διακοπές;

Η σύγκριση με τη Βόρεια Ευρώπη είναι ιδιαίτερα έντονη. Το ποσοστό όσων δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά επτά ημέρες διακοπών μειώνεται στο 10,6% στο Λουξεμβούργο, στο 12,4% στη Σουηδία και στο 12,8% στην Ολλανδία. Και είναι ακριβώς οι πολίτες ορισμένων από αυτές τις χώρες που ταξιδεύουν περισσότερο: το 2025, ένας κάτοικος του Λουξεμβούργου πέρασε κατά μέσο όρο 38 διανυκτερεύσεις στο εξωτερικό, ενώ ένας Σουηδός 18. Στον αντίποδα, στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, ο μέσος όρος ήταν λιγότερο από τρεις διανυκτερεύσεις.

Το πρόβλημα γίνεται πιο αισθητό όταν αν λάβουμε υπόψη μας την κατά κεφαλήν δαπάνη των Ελλήνων στο εσωτερικό και το εξωτερικό αντίστοιχα.

Ένας Έλληνας ξοδεύει κατά μέσο όρο περίπου 94 ευρώ την ημέρα όταν ταξιδεύει στο εσωτερικό, σύμφωνα με τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat: αυτό σημαίνει ότι μια εβδομάδα αξίζει, από άποψη μεγέθους, περίπου 650 ευρώ ανά άτομο ήτοι πάνω από 1.300 για ένα ζευγάρι και περίπου 2.600 για μια τετραμελή οικογένεια.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περιορίζοντας τα ταξίδια σε διακοπές και αναψυχή, οι δαπάνες αυξάνονται στα 110 ευρώ ανά διανυκτέρευση. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι για ένα σημαντικό μέρος των οικογενειών, οι επτά ημέρες μακριά από το σπίτι αντιπροσωπεύουν μια δαπάνη απλώς ασύμβατη με τον προϋπολογισμό τους.

Ποιος πλουτίζει από τον τουρισμό;

Η αύξηση του αριθμού των τουριστών δεν σημαίνει αυτόματα αύξηση της ευημερίας όσων ζουν στις περιοχές που τους φιλοξενούν. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της Eurostat καθώς και αναλύσεις φορέων (INSETE, Bank of Greece) ο τουριστικός πλούτος δεν κατανέμεται ισομερώς. Υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στις χώρες που παράγουν το χρήμα (χώρες προέλευσης), στις πολυεθνικές που ελέγχουν την αγορά, και στις τοπικές οικονομίες που εισπράττουν ένα μέρος του τζίρου.

Ποιος πλουτίζει στην Ευρώπη από τον τουρισμό;

Ι. Οι Tour Operators & οι Αεροπορικές Εταιρείες: μεγάλο μέρος των χρημάτων που ξοδεύουν οι Ευρωπαίοι δεν φτάνει ποτέ στους προορισμούς. Κολοσσοί όπως η γερμανική TUI ή low-cost αεροπορικές εταιρείες παρακρατούν τη μερίδα του λέοντος μέσω πακέτων (all-inclusive), πτήσεων και κρατήσεων.

ΙΙ. Οι «Εξαγωγείς» Τουριστών (Γερμανία & Γαλλία): σύμφωνα με τη Eurostat, σχεδόν τα μισά τουριστικά έξοδα της ΕΕ πραγματοποιούνται από κατοίκους της Γερμανίας και της Γαλλίας. Οι οικονομίες αυτών των χωρών επωφελούνται καθώς οι πολίτες τους κινούν το χρήμα, ενώ οι δικές τους ταξιδιωτικές υποδομές (αεροδρόμια, πρακτορεία) θησαυρίζουν.

ΙΙΙ.Οι Ψηφιακές Πλατφόρμες: με περισσότερες από 950 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις στην Ευρώπη μέσω Airbnb, Booking, και Expedia, οι αμερικανικών (Σαν Φρανσίσκο, Καλιφόρνια) συμφερόντων πλατφόρμες αποσπούν τεράστιες προμήθειες από κάθε κράτηση.

ΙV. Oι Μεγάλοι του Νότου (σε απόλυτα μεγέθη): σε επίπεδο κρατών, η Γερμανία (€102 δισ.), η Γαλλία (€99 δισ.), η Ισπανία (€66 δισ.) και η Ιταλία (€65 δισ.) οδηγούν την κούρσα της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (GVA) στον τουρισμό.

Ποιος πλουτίζει στην Ελλάδα από τον τουρισμό;

Στην Ελλάδα, ο τουρισμός αγγίζει άμεσα ή έμμεσα σχεδόν το ένα τρίτο του ΑΕΠ της χώρας.

Ωστόσο, τα κέρδη συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένους τομείς και περιοχές:

Ι. Οι Διεθνείς & Luxury Αλυσίδες Ξενοδοχείων: τα πεντάστερα ξενοδοχεία και τα premium resorts καταγράφουν τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και υπεραπόδοση κερδών. Το luxury tourism μοντέλο αποφέρει τα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους.

ΙΙ. Συγκεκριμένες Περιφέρειες (Τοπική Ανισότητα): το 89% των εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού συγκεντρώνεται κυρίως σε 5 περιφέρειες: Νοτίου Αιγαίου, Κρήτης, Ιονίων Νήσων, Αττικής, Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί οι τοπικές επιχειρήσεις και οι ιδιοκτήτες γης βλέπουν τη μεγαλύτερη ροή χρήματος.

ΙΙΙ. Οι Ιδιοκτήτες Short-Term Rentals: Η ραγδαία άνοδος της βραχυχρόνιας μίσθωσης που συνεχίζει να αναπτύσσεται στη χώρα μας -με ασαφές θεσμικό πλαίσιο και συχνά με όρους αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι στη νόμιμη ξενοδοχειακή αγορά- μετέφερε ένα μέρος του τουριστικού πλούτου απευθείας σε ιδιώτες και εταιρίες θεσμικών επενδυτών που εκμεταλλεύονται ακίνητα, αλλάζοντας τον χάρτη των αστικών και νησιωτικών περιοχών.

Το παράδοξο; ενώ η Ελλάδα «πλουτίζει» ως κράτος εισπράττοντας δισεκατομμύρια σε συνάλλαγμα (πάνω από €20-23 δισ. ετησίως), ένα μεγάλο κομμάτι του καθαρού κέρδους «διαρρέει» στο εξωτερικό (tour operators).Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι στον κλάδο (εποχικοί υπάλληλοι) παρά τις επι πολλές δεκαετίες ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις και τις υψηλότερες αμοιβές που απορρέουν από τις κλαδικές συλλογικές συμβάλεις του ξενοδοχειακού κλάδου, συχνά πιέζονται από τον πληθωρισμό και το υψηλό κόστος διαβίωσης στις τουριστικές περιοχές.

Έπειτα, υπάρχουν και οι κατοικίες: οι βραχυπρόθεσμες ενοικιάσεις στις πιο τουριστικές περιοχές και σε ορισμένες γειτονιές των μεγάλων πόλεων αντιπροσωπεύουν το 20% όλων των κατοικιών.

Και προφανώς, στις περιοχές που επηρεάζονται περισσότερο, ο εμπορικός ιστός αλλάζει επίσης: Οι υπηρεσίες που απευθύνονται στους επισκέπτες αυξάνονται, συχνά εις βάρος εκείνων που έχουν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν τους μόνιμους κατοίκους καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Ταυτόχρονα, η εξάπλωση των ακινήτων για τουριστικές ενοικιάσεις δυσχεραίνει την εύρεση οικονομικά προσιτής στέγασης όχι μόνο για τους κατοίκους, αλλά και για τους εποχιακούς εργαζόμενους στον τουρισμό.

Παράλληλα η βραχυχρόνια μίσθωση επιβαρύνει τις τοπικές υποδομές περισσότερο από τα παραδοσιακά ξενοδοχεία σε πολλές περιοχές, επειδή μετατρέπει οικιστικές γειτονιές σε ζώνες μαζικού τουρισμού χωρίς τον ανάλογο πολεοδομικό σχεδιασμό και τις αντίστοιχες υποδομές (ύδρευση, αποχέτευση, στάθμευση-κυκλοφορία, διαχείριση απορριμμάτων).

Το παράδοξο γίνεται, έτσι, απολύτως πραγματικό: μια πόλη μπορεί να κερδίζει επισκέπτες και έσοδα, την ίδια στιγμή που ορισμένοι από τους κατοίκους της βλέπουν το κόστος στέγασης να αυξάνεται ταχύτερα από το εισόδημά τους και την ποιότητα ζωής τους να υποβαθμίζεται διαρκώς

Το πραγματικό ρεκόρ δεν είναι οι αφίξεις

Για δεκαετίες, μετρούσαμε την τουριστική επιτυχία μετρώντας τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις, τα γεμάτα αεροδρόμια, τα κατειλημμένα δωμάτια και τα δισεκατομμύρια που άφηναν οι ξένοι. Αυτά είναι σημαντικά δεδομένα, αλλά λένε μόνο τη μισή ιστορία.

Αν ένας τόπος αυξηθεί από δέκα σε δεκαπέντε εκατομμύρια επισκέπτες, σίγουρα έχει γίνει πιο ανταγωνιστικός ως προορισμός. Ωστόσο, ακόμα δεν γνωρίζουμε αν έχει γίνει ένα καλύτερο μέρος για να ζει κανείς. Για να το μάθουμε, χρειαζόμαστε άλλους αριθμούς: πόσα σπίτια παραμένουν διαθέσιμα στους κατοίκους, πόσο σταθερή είναι η απασχόληση, πόσο από το εισόδημα που παράγεται από τον τουρισμό παραμένει στη χώρα και πόσο από αυτό διοχετεύεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στην τοπική οικονομία, πόσα κερδίζουν οι εργαζόμενοι, πόσο εισόδημα διαρρέει σε ενοίκια και στεγαστικά δάνεια.

Και ίσως χρειάζεται να προσθέσουμε ακόμη έναν, πολύ απλό αλλά ουσιαστικό, δείκτη: πόσοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν οικονομικά τουλάχιστον μία εβδομάδα διακοπών. Επειδή μια χώρα που μπορεί να φιλοξενεί εκατοντάδες εκατομμύρια διανυκτερεύσεις, αλλά όπου σχεδόν ένας στους δύο πολίτες της δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να περάσει επτά ημέρες μακριά από το σπίτι του, δύσκολα μπορεί να μιλά για πραγματική τουριστική επιτυχία. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να υποστηρίξουμε ότι μια τέτοιου είδους επιτυχία μεταφράζεται ταυτόχρονα σε ευρεία ευημερία.

*Ο Κων/νος Μαρινάκος είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Πρόεδρος του Τουριστικού Οργανισμού Πελοποννήσου και Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων.

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies